Καραντώνης Ανδρέας
Γεννημένος το 1910 στην Άνδρο, ο Καραντώνης ήρθε στην Αθήνα δεκατριών μόλις χρόνων, σπουδασε νομικά, αλλά τα εγκατέλειψε πολύ νέος, για ν' αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στη συγγραφή, να γίνει ένας «επαγγελματίας της πέννας» και να συγκαταλεχθεί κι εκείνος, παραδίπλα στον Ξενόπουλο, στο Μελά και στο Βουτυρά, στους ελάχιστους «ευτυχείς» Νεοέλληνες, που τα κατάφεραν να ζήσουν μονάχα από τα κείμενα τους, – γεγονός που μπορεί ίσως να εξηγήσει και την πολυγραφία τους (γνωστό είναι πώς ο Καραντώνης, ακόμα και τους καιρούς που υπηρετούσε στο «Πρόγραμμα» του Ραδιοφωνικού Σταθμού της πρωτεύουσας, – μετά την απελευθέρωση καί ως το 1971,– λογοτεχνικός του συνεργάτης ήταν, που θα πει μεροκαματιάρης της πέννας).
Το πρώτο του δημοσιευμένο ποίημα:

ΣΤΗΝ ΠΥΘΑΡΑ
(Τοποθεσία στην Άντρο)

Το κάμα του μεσημεριού δεν το λογιάζουμε, όχι.
Το μονοπάτι, παίρνουμε κατά τη ρεματιά
Τους πλάτανους πώχει στολή, και για κορώνα πώχει
Βράχους, κοτρώνια ολάγρια, και γκρίζα, και σταχτιά.
Μέσα ή ψυχή μας, κάτι τις από τους βράχους παίρνει
Κι απόκοτο, κι αστραφτερό, και σαν κι αυτούς σκληρό,
Σαν κάποιος μυστικός εκεί μαγνήτης να μας σέρνει
Προς τον ολόβαθο, τραχύ, και γλιστερό γκρεμό . . .
Αγνάντια μας από πυκνά θυμάρια σκεπασμένος
Ό λόφος – κ' ένα μοναστήρι ερειπωμένο εκεί –
Μοιάζει σαν άγριος γίγαντας φωτοπεριχυμένος
Υψώνοντας προς τ' άπειρο δικιά του προσευκή.
Στ' αριστερά κ' η θάλασσα, σαν ένα κομματάκι
Κομμένο από τ' απέραντο τον γαλανού ουρανού,
Κ' ένα μικρό, λευκόπανο, και σαν περιστεράκι
Καράβι, που τραβάει πολύ σε μάκρητα το νου.
Και μεις αμίλητοι, βουβοί, κ' ήλιοπεριχυμένοι
Το κατηφόρι αρχίζουμε προς τη ρεματαριά
Και σαν από κακά στοιχειά νάμαστε μαγεμένοι
Σάν τα κοτρώνια, νιώθουμε τα στήθια μας βαριά.
Και φτάνουμε. Να οι πλάτανοι με τα πλατιά τους φύλλα
Των βράχων τη γυμνότητα να κρύψουν προσπαθούν
Και ναρκωμένοι φαίνουνται άπ' τη φωτοκαΐλα
Σα ν' αγωνίζουνται – κι ώ πώς – στα πόδια να σταθούν.
Μα να, άξαφνα, κι απίστευτα κι όνειρο μέγα, θάμα,
Πιο πέρα, εκεί μες στη στενή, στενή χαρακωσιά
Των βράχων, σαν ψιθύρισμα, και σαν τραγούδι αντάμα
Φτάνει ως εμάς μουρμούρισμα, φτάνει ως εμάς δροσιά.
Σα να πηγάζει άπ' τ' άπειρο, και στ' άπειρο να τρέχει
Νερό διάφανο, κρύσταλλο, νερό κατρακυλά,
Και τα ξερά τα μέτωπα των εγκρεμνών τα βρέχει
Και με τις λυγαριές γλυκά, γλυκά κρυφομιλά.
Σαν κεραυνόπληχτα δέντρα, σωριαζουμάστε χάμου
Και πίνουμε, και πίνουμε, και στον παληό καιρό,
Ποιος ξέρει αν το αθάνατο – που μού 'λεγε η γιαγιά μου
Στα παραμύθια, μια φορά – δεν ήτανε νερό . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Πρώτη φορά μες στο ναό της φύσης της μητέρας
Βρεθήκαμε. – Στερνή φορά ; Ποιος ξέρει αν πότε πια
Θε να βρεθούμε λειτουργοί μιας αγίας τέτοιας μέρας,
Που τη χρυσώνανε όνειρα και χρόνια παιδικά ...

Αθήνα 8 Μαΐου 1927




«Φανατικός» καθώς είχε γεννηθεί κι εκείνος «για γράμματα», δεκαεφτάχρονος μόλις, δημοσίεψε τους πρώτους νεανικούς στίχους του στο λογοτεχνικό παράρτημα της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» ΙΙυρσού, καθώς και (ως το 1929) μερικά προανακρούσματα κριτικών άρθρων του (για ποιόν άλλον;) για τον Παλαμά! Έτσι, πριν κιόλας γίνει εικοσάχρονος, στα 1929, ο Καραντώνης τύπωσε την πρώτη κριτική μελέτη του «Εισαγωγή στο παλαμικό έργο» και σε τρία χρόνια, στα 1932, μιαν άλλη, με τον τίτλο «Γύρω στον Παλαμά». Ήτανε τότε 22 χρονών. Στο μεταξύ όμως, το1931, ένας μάλλον άγνωστος νέος ποιητής, ο Γ. Σεφέρης, τύπωσε τη «Στροφή» του, – πραγματική «στροφή» προς τους καινούριους δρόμους της νεοελληνικής ποίησης. Ό Σεφέρης τότε ήταν τριανταενός χρονών και ο Καραντώνης δέκα χρόνια νεότερος του. Με τον Παλαμά χώριζαν τον Καραντώνη όχι δέκα, βέβαια, χρόνια, παρά 51, πάνω από μισός αιώνας! Και δεν είναι, φυσικά, μόνο γι' αυτό που ο Παλαμάς στάθηκε ολοζωής μεγάλος έρωτας, –γιατί όχι και δάσκαλος; – για τον Καραντώνη, αφού και στα 1980 ακόμα, εβδομηντάχρονος πια, τύπωσε τα κριτικά του μελετήματα «Κωστής Παλαμάς». Μα ο Καραντώνης δεν θ' αργήσει να προσφέρει τον έρωτά του, – μπορεί και τη λυρική «μαθητεία» του, – και σε τούτον εδώ τον πρωτοφανέρωτο ποιητή του 1931. Τη «Στροφή» του, βέβαια, δεν την ανακάλυψε πρώτος εκείνος. Είχαν προηγηθεί άλλοι.
Στον Ανδρέα Καραντώνη ωστόσο ανήκει ή τιμή ότι πρώτος εκείνος τύπωσε βιβλίο με 138 σελίδες και συστηματικά μελέτησε και πρόβαλε τον Σεφέρη («Ο ποιητής Γ. Σεφέρης» 1931), όταν αυτός δεν ήταν παρά ο ποιητής της «Στροφής» μόνο, παρακολουθώντας από τότε την ανοδική του πορεία και εξέλιξη (1957, 1963 κ. επ., ίσαμε το «Ή ποίηση μας μετά το Σεφέρη» του 1976). Υπήρξε μάλιστα εποχή, που ο Καραντώνης, ακόμα και σε κριτικές για δευτερεύοντες ποιητές (τυπωμένες όχι μόνο στη «Νέα Εστία», αλλά και οπουδήποτε αλλού και να φανταστεί κανείς...), δεν παρέλειπε, σχεδόν συστηματικά, να συγκρίνει, να συσχετίζει έστω, στίχους των ποιητών αυτών με αντίστοιχους του Σεφέρη, για να υπογραμμίσει, ή να υπαινιχθεί έστω, την ανώτερη ποιότητα της σεφερικής ποίησης, σα να 'ταν, αυτή και μόνη, ή δοκιμαστήρια «λυδία λίθος» όλης της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ακόμα και στα τυπωμένα το 1980 μελετήματα του «Για τον Οδυσσέα Ελύτη», – του οποίου, ο ίδιος ο κριτικός το 'λέγε, «υπήρξε ο πρώτος συστηματικός μελετητής και ενθουσιώδης κριτικός από την ώρα που εμφανίστηκε», – ακόμα κι εκεί «αναλύεται και προβάλλεται σχολιασμένη όλη ή ποιητική εξέλιξη του Ελύτη και εξετάζεται σε συσχετισμό της με την ποίηση του Σεφέρη».
Οπωσδήποτε, οι κριτικές μελέτες του Καραντώνη για τον Σεφέρη τον παρουσίασαν οξυνούστατο και ευρύτατα καλλιεργημένο πνευματικόν άνθρωπο και τον κατέταξαν στην ομοταξία των κορυφαίων κριτικών της γενιάς του 1930. Γύρω άλλωστε από αυτήν κυρίως τη γενιά περιστράφηκε ή κριτική σκέψη του Καραντώνη και αυτής βασικά το λογοτεχνικό έργο μελέτησε με τη σπάνια εκείνη βαθύνοια που τον ξεχώριζε από πολλούς άλλους κριτικούς και μελετητές του νεοελληνικού Λόγου. Και μαζί με την ίδια τούτη γενιά συσπειρώθηκε από το 1935 ως το 1940 και λίγο αργότερα (το 1945),όταν με τον Γιώργο Κατσίμπαλη εξέδωσε και διηύθυνε το περιοδικό «Τα Νέα Γράμματα», πολεμώντας (κάποτε και με οξύτητα) να επιβάλει και να διευρύνει την αξία των συγχρόνων του ποιητών και πεζογράφων, συνεργατών ή συνοδοιπόρων του περιοδικού, όπως αργότερα (1946-1952) έκαμε και με την «Αγγλοελληνική Επιθεώρηση» του Γ. Κατσίμπαλη. Οι οξύτητες ωστόσο των πολιτικών παθών του 1947-1948 έστρεψαν την κριτική σκέψη του Καραντώνη και στο πρόβλημα της «πνευματικής ελευθερίας». Έτσι, έκτος από τα ομότιτλα αγωνιστικά δοκίμια τού 1947, ο Καραντώνης κυκλοφόρησε το 1950 και τα «Θέματα του καιρού μας»,– σειρά άρθρων του πάνω σε καυτά και σύγχρονα ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα. Στις σελίδες του βιβλίου εκείνου ο Καραντώνης υπερασπίζεται τον εαυτό του αντίκρυ στις κατηγορίες που του απέδιδαν οι διανοούμενοι της αριστεράς, ότι είναι δήθεν ο θεωρητικός απολογητής της Δεξιάς, και θυμίζοντας τους ότι, παρόλα ταύτα, ποτέ δεν είχε πάψει εκείνος να καταπολεμά και τις αντιλήψεις των διανοουμένων της Δεξιάς, την προσκόλληση τους στην καθαρεύουσα, τον «ακαδημαϊσμό», τον «μανδαρινισμό», τον γερμανικό ιδεαλισμό κλπ.
Τα «Θέματα του καιρού μας» τα διαδέχτηκαν δύο άλλα, λιγοσέλιδα δοκίμια πολιτικής κριτικής: ή «Σπονδή στο Κρεμλίνο» και «Ο Καραγκιόζης βγαίνει απ' το καλύβι του» (1950 κι εκείνα). Το πρώτο είναι γραμμένο σε στίχους και σε ύφος αρχαίας τραγωδίας και αναφέρεται στην καταστροφή των ανταρτών του Γράμμου, που την πληροφορείται ό Στάλιν και τη θρηνεί ο χορός του έργου, και το δεύτερο στη μεταστροφή στελέχους της αριστεράς, δοσμένη μεσ' από πρόσωπα του γνωστού μας «Θεάτρου των σκιών».
Μετά το 1950 ό Καραντώνης, χωρίς ν' αποβάλει τη μαχητικότητα του ή ν' αναθεωρήσει τις πολιτικές του απόψεις, επανέρχεται στο καθαρά λογοτεχνικό κριτικό και δοκιμιογραφικό έργο του. Έτσι, στα 1955, επιμελείται τον τόμο «Παλαμάς, Καβάφης, Σικελιανός» της «Βασικής Βιβλιοθήκης «του «Αετού» (Κίμωνα Θεοδωρόπουλου), στα 1958 τυπώνει τα μελετήματα του «Εισαγωγή στη νεότερη ποίηση», στα 1961 το «Γύρω από τη σύγχρονη ελληνική ποίηση», στα 1959 και 1961 τις «Φυσιογνωμίες Α' Β'» (που ξανακυκλοφόρησαν αργότερα, συμπληρωμένες και με εκπρόσωπους ξένων λογοτεχνιών), στα 1962 το «ΙΙεζογράφοι και πεζογραφήματα της γενιάς του Τριάντα», στα 1965 τις «Προβολές», στα 1969 το «Από το Σολωμό ως τον Μυριβήλη» κ.ά. ίσαμε το δοκιμιογραφικό στερνοπαίδι του «Προσωπικό. Με την ποίηση του Δ. Π. Παπαδίτσα.
Αναφορές στον υπερρεαλισμό» (1981).Και αυτή ακριβώς η κριτική επαφή του Καραντώνη με την ποίηση ενός άξιου εκπρόσωπου του ελληνικού υπερρεαλισμού, του μεταφυσικού χώρου και της λυρικής ποιότητας, – του Παπαδίτσα, – μας θυμίζει και την ίδια την ποίηση του Καραντώνη, έτσι καθώς την απαντούμε στις αλλεπάλληλες ποιητικές συλλογές του, που ξεκίνησαν με το «Ωροσκόπιο» του 1957 και συνεχίστηκαν με το «Βίος και αέτωμα» του 1959, «Το τρίτο στερέωμα» του 1961, «Το χαλί της Ερμίνης» του 1962, τα «Επεισόδια» του 1964, τους «Δείκτες» του 1966, τις «Ιστορίες φαντασμάτων» του 1972 κ. ά. Πολλά από τα ποιήματα των συλλογών αυτών τα έχουν, σίγουρα, επισημάνει οι αναγνώστες της «Νέας Εστίας» στις στήλες της. Συγκροτούν μια ποίηση πονεμένη, που ειρωνεύεται κάποτε, αλλά και αυτοειρωνεύεται, που «γελάει», «για να μην κλάψει», που συμπονεί τον άνθρωπο δημιουργό της και το συνάνθρωπο, έτσι δα που τον ανταμώνει εγκαταλειμμένον στη μοίρα του, στη μοίρα ενός ακαταστάλαχτου και πολύ δύσκολου καιρού, όπου «όλα μας βοηθούν να ζήσουμε την αμαρτία», καθώς παραδέχεται και ο Καραντώνης. Ακόμα και η ειρωνεία αυτού του καιρού και αυτών των ανθρώπων του δεν είναι απλώς ένα χιούμορ καλοζωισμένου και καλοστεκούμενου συνανθρώπου, είναι μια κραυγή αγωνίας κι ανησυχίας, κατιτί σαν υποχθόνιο μήνυμα φθοράς και θανάτου: «ήταν θαμμένος στα λουλούδια / σαν όρθιος νεκρός που σεργιανίζει / ψάχνοντας να ξαναβρεί τον τάφο του». Ο ποιητής που αναρωτήθηκε: «αλήθεια, πεθάναμε; / ή μήπως μονάχα μας θάψαν / κάτω απ' τα ρόδα της αγάπης μας;», ο στιχουργός που μας μίλησε, ή μάλλον που μίλησε στον «κύριο Συλβέστρο», για «ένα από τα καλύτερα της πόλεως μας καταστήματα», δεν είναι δυνατό να ήταν ευτυχισμένος, ούτε μπορούσε να έχει κέφι για να σατιρίζει τους συγκαιρινούς του όσο καυστικά θα μπορούσε να φανταστεί κανείς.
Απόδειξη ή σπαραχτική εκείνη επίκληση τού προς τον «κύριο Συλβέστρο» απευθυνόμενου συνανθρώπου μας: «Και θα το ρωτούσα [το αστέρι αυτό, τον Αποσπερίτη] γιατί δε λογάριασε τη ματιά του πατέρα μου, την παρακαλεστική ματιά του καημένου του πατέρα μου» [να γίνω κατιτί καλύτερο απ' ό,τι είμαι]. «Ρούφαγε» κι αυτός «τα φαρμάκια του, κατεβάζοντας μια μια τις θύμησες». Μπορεί νά 'ταν ένας ονειροπόλος, ένας οραματιστής, ένας «μεταφυσικός» έστω. Μα δεν ήταν κακός, ούτε κακεντρεχής. «Τίποτε δε λαχτάρησα σαν τους περιστεριώνες των νησιών στη βλάστηση της «Ανοιξης, /τα στοιβαγμένα δίχτυα στην άσπρη αυλή της εκκλησιάς /και τα πολιτικά μου ρούχα σιδερωμένα από το χέρι σου, μητέρα, / το χέρι σου κεράκι διάφανο, κλειδί της πόρτας / σπιτιών που μπορεί κιόλας να 'χουν πέσει»... Μ' ένα «βρέφος» έμοιαζε κι εκείνος, μ' ένα «βρέφος που δεν έχει κανείς και που το ζωγραφίζουμε μονάχα με τα χέρια των ονείρων μας»[...] «Έλα στον ύπνο μου !» θα προσευχηθεί. «Μα κι αν έρθεις», θα σκεφτεί υστέρα, «πώς θα μπορέσουν τα όνειρα να σε κάνουν καλύτερη από ό,τι είσαι;». Γι' αυτό ίσως αισθανότανε κρύο. Και εξομολογιόταν: «Γδύθηκα, πλύθηκα, βαριοκοιμήθηκα στα φρόκαλα του κάμπου, / σ' ένα δεμάτι με άχυρο με θάψανε, μα κρύωνα και με πότιζε ως το κόκαλο / με χρυσομέλανο και σκόνη από νεκρούς το φως του φεγγαριού»...
Όσο για τον ταξιδιώτη συγγραφέα, περιοριζόμαστε να θυμίσουμε τους τίτλους μόνο των ταξιδιωτικών του λογοτεχνημάτων, […] «Μύκονος Δήλος» (1958), «Νησιά του Σαρωνικού» (1960), «Θυμάμαι την Αμερική» (1963) κ. ά. Συμπληρώνουμε και με τις μεταφράσεις του: Ζυλ Συπερβιέλ «Ποιήματα» (1938), Αντρέ Ζιντ «Ή επιστροφή του Άσωτου» (1946) και Χένρυ Μίλλερ «Ο Κολοσσός του Μαρουσιού» (1965). (Αλλά και των Απολλιναίρ, Βαλερύ, Μπρετόν, Ελυάρ κ.ά.) Υπήρξε μόνιμο μέλος της επιτροπής απονομής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων, μέλος της Ομάδας των 12 και γενικός γραμματέας του ιδρύματος Παλαμά. Τιμήθηκε με το Βραβείο του Δήμου Αθηναίων (1957), το Βραβείο Πουρφίνα της Ομάδας των 12 (1959), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Κριτικής (1971) και το Μέγα Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας (1972). Ογκώδης είναι η κριτική παραγωγή του Καραντώνη ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη λογοτεχνική μετάφραση. Τα ποιήματά του συγκεντρώθηκαν σε οχτώ τόμους

Πηγές:
1. Δημήτρης Γιάκος, Περιοδικό «Νέα Εστία», Αθήνα, 1η Αυγούστου 1982, σ. 1028
2. Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.




Φως χινοπώρου

Όσα κλεισμένα σκοτεινά λουλούδια μέσα σου έχεις
φέρε να πιουν το υπέρτατο του χινοπώρου φως,
στο λόγο ανέβα, την αυγή του Νου σα να παντέχεις,
του ήλιου που σβήνει, ταπεινός και μέγας αδερφός.

Από τον λόφο που έθρεφες το απόκρυφο κοπάδι
τα βλέμματα σου σπαταλάς στη διάφανη Αττική
ρόδινο φέγγος πλημμυρά το ενδόμυχο σκοτάδι
και στ ακροβούνια χάνουνται δυο θύσανοι λευκοί.

Δε βλέπεις τί να θυμηθείς για να το τραγουδήσεις
της αλησμόνητης χαράς χαϊδεύεις τα μαλλιά
και η πίκρα του καλού καιρού στο μέγα φως της δύσης
γλυκαίνει και χαμογελά συντρόφισσα παλιά...

Όσα καλόφωνα πουλιά καιρό μέσα σου κλείνεις
φέρε να πιουν το αβράδιαστο του χινοπώρου φως
κι απόλυτος στους ωκεανούς αιθέριας καλοσύνης
πέθανε για μια θείαν αυγή, διαβατικός αφρός!

15/9/1933

Η ΑΝΔΡΟΣ ΜΟΥ


ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Στην Άντρο γεννήθηκα, στη Χώρα ζούσα, μα ως τα δώδεκα μου χρόνια δεν ήξερα τίποτε άλλο από τη Χώρα, τα Λειβάδια, τη Μεσσαριά και τα Λάμυρα. Το νησί ήταν για μένα ο χώρος που τον έφραζαν τα δυο βουνά: το βουνό το πράσινο και το βουνό το ξερό, το ξανθό. Έμενα με ανοιχτό το στόμα ακούοντας τους μεγάλους να μιλαν για χωριά τα πέρα από τα βουνά μου, για δύσκολες πορείες, για μοναστήρια, για ρεματιές, για τα Αποίκια, τις Στενιές, την Άρνη, το Μπατσί, το Γαύριο, το Κόρθι. Όλα αυτά τα μυστηριακά ονόματα τα αισθανόμουν μ' εκείνη τη μαγική αίσθηση του άγνωστου και του απέραντου. Έτσι θα νιώθουν τώρα τα παιδιά ακούοντας για το Παρίσι, τη Λόντρα, τη Ρώμη, τη Νέα Υόρκη. Έτσι – και λιγότερο. Τώρα ό κινηματογράφος φέρνει παντού τις εικόνες όλου του κόσμου. Για ό,τι συμβαίνει στον πλανήτη μας μπορούμε τώρα όλοι, μικροί και μεγάλοι, να παίρνουμε μια οπτική ή ακουστική είδηση. Μα τότε . . .
Από το παράθυρο του σπιτιού μου κάρφωνα ώρες τα μάτια μου στο βουνό απέναντι, που μου φαινόταν πώς ανέβαινε ως τον ουρανό. Το τέλος του κατοικημένου κόσμου ήταν για μένα το χωριουδάκι Κατακαλαίοι, σκαρφαλωμένο σχεδόν στην κορφή του βουνού, απέναντι μου. Πώς θά 'ταν τάχατες ο κόσμος πίσω απ' αυτό το χωριό; Μα και τι παράξενα, τι όμορφα θά 'ταν να 'βλεπε κανείς το νησί και τη θάλασσα από κει ψηλά. Όσο για τα φημισμένα Αποίκια και την Πυθάρα, ήξερα πώς ήταν στη «μέση του βουνού», εκεί, κάτω από τη γραμμή που τη λένε «πρόβαλμα». Μα πώς να γνωρίσω αυτή την ομορφιά που ολοένα άκουα να την υμνούν; Οι μεγάλοι δε μας παίρναν μαζί τους. Μας κλείναν στο σπίτι με τις υπηρέτριες κι εκείνοι τρέχανε στους γάμους, στα πανηγύρια, στις εκδρομές. Κάθε τόσο ακούαμε τους χαρούμενους θορύβους της «γαϊδουροκαβαλαρίας». Πολλές φορές, πενήντα κι εκατό νομάτοι, με τραγούδια και φωνές, ξεκινούσανε καβάλα για κάποια διασκέδαση στα γύρω ή στα πέρα χωριά. «Άδειαζε ή Χώρα – κι εμείς με θλίψη κλεινόμαστε στα σπίτια μας βλέποντας από το παράθυρο την πομπή της γαϊδουροκαβαλαρίας να τραβά κατά το «πρόβαλμα», αφήνοντας δεξιά το παλιό νεκροταφείο με το εκκλησάκι του Άι Στάθη. Ύστερα τους χάναμε από τα μάτια μας κι αισθανόμασταν μιαν απέραντη ερημιά. Άραγε θα δούμε κι εμείς καμιά φορά τ' Αποίκια; θα πάμε στην Πυθάρα;

Το θαύμα έγινε κάποτε. Αν θυμάμαι καλά, οι σχολικές εκδρομές ήταν κάτι σπάνιο εκείνα τα χρόνια. Ούτε και στο πρόγραμμα θα περιλαμβάνονταν σα «στοιχείο αγωγής», μα κι οι δάσκαλοι θα βαριόνταν να κουβαλάνε πίσω τους κάθε τόσο τα παιδιά, για να πηγαίνουν μέσα από δυσκολοδιάβατους δρόμους, όλο σκαλιά κι ανήφορο, σε μέρη που τους ήταν τόσο γνωστά. Ωστόσο, κάθε Πρωτομαγιά κάτι γινόταν. Μια φορά θυμάμαι πώς μας πήγανε στα Λειβάδια. Την άλλη φτάσαμε ως τις Μένητες. Και την τρίτη – τότε ήμουν στο «σχολαρχείο» – αποσώσαμε ως τα επιθυμημένα Αποίκια! Επί τέλους, το παραπέτασμα έπεσε. Τα όρια του νησιού πλάτυναν θαματουργά. Ύστερα από ένα κοπιαστικό ανέβασμα προς το «πρόβαλμα», το θαύμα απλώθηκε μπροστά μας, ολόχλωρο, βαθύ, ονειρευτό, κατάλευκο. Όσα είδαμε από κει πάνω, ξαφνικά και μονομιάς, ήταν σα μια μαχαιριά μέσα στην καρδιά. Ή βαθυπράσινη πλαγιά με τα λευκά μωσαϊκά των χωριών, ή ρεματιά που έφτανε ως τα Γιάλια γιομάτη πλατάνια, νερά και λευκές, άσπρα και λουλακιά καμπαναριά που πετιούνταν μέσα από τα κυπαρίσσια σα για να λογχίσουν τον καταγάλανο ουρανό, ένας χρυσοκίτρινος βενετσιάνικος πύργος βαθιά στη χαράδρα, με φοινικιές ολόγυρα. Μα οι χλοερές Βαλανιδιές προς το γεφυράκι, που κάτωθέ του, κρυμμένο στις πυκνές φυλλωσιές, τραγουδούσε το παιχνιδιάρικο νερό, στο βάθος ένα κομμάτι θάλασσας μπλάβο – όλ' αυτά πώς να τα ξεχάσει κανείς ποτέ; Είναι ή πρώτη θέα της ομορφιάς, ή αποκάλυψη που στο έξης θα λειτουργεί μέσα μας σα θαύμα. Από τότες, κάθε φορά που πηγαίνω στην Άντρο, ξαναζητάω με λαχτάρα την ίδια αίσθηση από την πλαγιά των Αποικιών. Τώρα ο παγαιμός ως εκεί είναι εύκολος, γρήγορος. Ούτε πεζοπορία πια ούτε ζώα, μα πάντα, σα φτάνω στο φρύδι του βουνού πάνω από το λιμάνι και βλέπω αυτό το θεσπέσιο σύνολο, δε μπορώ να συγκρατήσω μια κραυγή χαράς, μια κραυγή αποκάλυψης. Και με συγκίνηση ξαναζώ εκείνη την αλησμόνητη παιδική αίσθηση. Ένας στίχος ξένου ποιητή, γραμμένος για γυναίκα, λέει: «Κάθε φορά που σε βλέπω, σε ανακαλύπτω». Το ίδιο αισθάνομαι κι εγώ γι' αυτή την πλαγιά του νησιού μας.
Ύστερα ήρθε ο ξενιτεμός. Σε λίγο, λίγους μήνες μετά απ' αυτή την εκδρομή, το Σεπτέμβρη του 1923, ένα πλοίο της γραμμής, ο «Κρόνος», με πήρε από το νησί για τη «μεγάλη Αθήνα». Μπάρκαρα από το λιμάνι με τρικυμία, με κύματα που ορμούσαν πάνω από το μουράγιο και μας κατάβρεχαν, κι όλη μου ή ύπαρξη ήταν στραμμένη τώρα προς το άγνωστο που θα πήγαινα. Από τη μια μεριά του πλοίου, εκεί που ήταν ή καμπίνα μου, απλώνονταν θυμωμένο το απέραντο πέλαγος, το άγνωστο, οι δρόμοι προς το καινούριο. Από την άλλη ξετυλίγονταν αργά αργά το αγαπημένο νησί: κάβοι, κάβοι, σπηλιές, βράχια, έρημες ακρογιαλιές, άσπρα χωριά πάνω σε μακρινά υψώματα, χαμένα στα χινοπωριάτικα σύννεφα. Μοίραζα τη συγκίνηση μου και προς τα δυο μέρη. Έβλεπα αχόρταγα αυτό το απέραντο και ταραγμένο πέλαγος, που είχε καταλύσει τα στενά όρια του νησιού μου και που με πήγαινε σε καινούριους, μεγάλους κόσμους. Μα κι έτρεχα από την άλλη μεριά του καραβιού, να γιομίσω τα μάτια μου από τις τελευταίες εικόνες της πατρίδας: το Λίδι, το Συνετί, το βαθύκολπο Κόρθι, που το έβλεπα για πρώτη φορά. Ύστερα νύχτωσε – όλα μέσα μου τυλίχτηκαν με σκοτάδια και κύματα, και το πρωί ξύπνησα μέσα στον πρωτάκουστο για μένα θόρυβο του πειραιώτικου λιμανιού. Άλλο θάμπωμα τούτο, μα δεν είναι τώρα ο λόγος μας γι αυτό.
Σάν πέρασα τα πρώτα ξαφνιάσματα από τη «μεγάλη Αθήνα», άρχισε σιγά σιγά να ξαναπροβαίλνει μέσα μου το νησί. Νοσταλγία δυνατή με κυρίεψε, όχι τόσο για τη Χώρα και για τη ζωή μου εκεί, όσο για τη φύση που πια δεν έβλεπα. Έκαμα πολύν καιρό να συνηθίσω στο λιτό, απλό, γυμνό τοπίο της Αττικής. Που ή βλάστηση, που τα πλατάνια, τα κυπαρίσσια, οι λεύκες, οι πηγές, τα κεφαλάρια, ή μαγική χλωρασιά του νησιού μου! Όλ' αυτά γίναν εικόνες μακρινές, ινδάλματα, λυρικές φωνές, επικλήσεις και προτροπές μέσα μου. […]

Ανδρέας Καραντώνης, Ελληνικοί χώροι, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε, Αθήνα 1979, σ. 350


ΤΟ ΩΚΕΑΝΕΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΝΟΣ ΝΗΣΙΟΥ

Στόν ίσκιο του μοναδικού πλάτανου της πλατείας του Θεόφιλου Καΐρη, στη Χώρα της Άνδρου, πίνουμε τον πρωινό μας καφέ. Ό ιδιόρρυθμος φιλόσοφος – και μάρτυρας μαζί της ιδέας του – στημένος στο κέντρο της πλατείας και μαρμαρωμένος για πάντα, κοιτάζει με ασάλευτα μεταφυσικά βλέμματα πέρα, προς τ' ακρογιάλι του Νειμποριού. Κοντά σε μια μαρμαρένια κρήνη που δεν τρέχει πια, καθώς και στις καρέκλες των ολόγυρα μικρών καφενείων, κάθουνται κάμποσοι νησιώτες, απόμαχοι της θάλασσας και της ζωής, σα μαρμαρωμένοι κι αυτοί. Άλλοι παίζουνε τάβλι, άλλοι συζητούνε. Απόλυτη γαλήνη βασιλεύει. Η μικρή έρημη πλατεία, πλακόστρωτη και καθαρή, μοιάζει με ανοιχτή παλάμη γιομάτη πρωινό ήλιο. Δεξιά κι αριστερά, κατά το μέρος που αρχίζουν οι πέτρινες σκάλες προς τα κάτω, φαίνουνται οι θάλασσες των δύο ορμών, του Παραπορτιού και του Νειμποριού, αρυτίδωτες, ανοιχτογάλανες, περιμένοντας να σηκωθεί – αν σηκωθεί – το μελτέμι. Τ' ακρογιάλι του Παραπορτιού, πλατύ, ασπρόξανθο, κάτι σα λεωφόρος ερημική του ήλιου, τελειώνει στο γυμνό, χρυσοκόκκινο «κάβο Σταρά». Τα παράθυρα των αρχοντικών σπιτιών της πλατείας, χτυπημένα από τον ήλιο, είναι ακόμα κλειστά. Μιαν αύρα φτερουγίζει ανάμεσα στις δυο θάλασσες κι άλαφροσαλεύει τα πράσινα πλατανόφυλλα, που συμπλέκουν τις σκιές τους και τις μετατοπίζουν παιχνιδιάρικα πάνω στο σιδερένιο τραπεζάκι μας. Πίνουμε τον καφέ μας, τρώμε το γλυκό του κουταλιού, καρυδάκι, νεράντζι, μοσκοβολιστό άνθος. Όλα είναι σα νά 'χουν από καιρό τώρα αποτελειωθεί, ταχτοποιηθεί. Κατάσταση μακαριότητας και νιρβάνας θά 'λεγε κανένας, μα όχι και χαύνωσης. Ή θαλασσινή αρμύρα, ή αύρα, τα πλατανόφυλλα που σειούνται, ή φωτισμένη πρωινή σιγαλιά, μας βυθίζουν σε μια μακαριότητα ενεργητική, που απολαμβάνει τον εαυτό της. Είναι μια μακαριότητα οπλισμένη με μάτια που θέλουν να ιδούν και με αισθήσεις που απολαμβάνουν αυτή την ευδαιμονία. Οι νησιώτες, απόμαχοι της ζωής και της θάλασσας, δε σαλεύουν σχεδόν στις καρέκλες τους – λες και δε θα σηκωθούν ποτέ από κει. Κάθε τόσο έρχεται να καθήσει και κάποιος καινούριος. Τώρα θα περάσουν κι ο γιατρός κι ο δικηγόρος κι ο καθηγητής, να πουν την καλημέρα τους και κανένα εσωτερικό νέο. […]

Ανδρέας Καραντώνης, Ελληνικοί χώροι, Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» Ι. Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε, Αθήνα 1979, σ. 333

ΠΕΖΑ