Κυριακάκος Γιάννης
                   Βιογραφικό


Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1926.
Σπούδασε πολιτικές επιστήμες.
Δημοσιογράφος πολιτικός συντάκτης
της Γενικής Γραμματείας Τύπου και Πληροφοριών.
Έχει εκδώσει τρία βιβλία.
1. Κοινωνική ιδεολογία και ιστορική             πραγματικότης.
2. Ποίηση, έρως, και αίσθηση του                τραγικού.
3. Ποίηση και έρως ποιήσεως στο φως       της ψυχανάλυσης
Ποιήματα
                                          Εγώ και εσύ
                  
Σου μιλώ έτσι...
απλώς σε βλέπω
να αισθάνομαι την αναπνοή σου στο πρόσωπο μου.

Έχεις ακόμα δρόμο...
εμένα το ταξίδι μου πλησιάζει στο τέλος.

Αναζητείς, ξέρω
θέλεις εμένα όπως είναι εκείνος,
της σκέψης σου η σκιά αγωνία υποσυνείδητη.

Δεν γνωρίζεις δεν ξέρεις,
υποπτεύεσαι ίσως αισθάνεσαι περισσότερο.

Κύπρις από τα νερά του Πηνειού
αναδύεσαι οργισμένη,
όχι κατάπληκτη.

Μα δεν βλέπεις λοιπόν
πως κάθε σου κίνηση θαύμα;
Οι λέξεις είναι όλες κοινότυπες
μπρος σε τόση ευλυγισία.

Ασε τα λόγια και
την πλάνα οργή.
ζήσε, φίλησε, μέθυσε, ξέχνα.

Τώρα στην πιο υπέροχη στιγμή σου
εκλεκτική και συγχρόνως
ανεύθυνη, τρυφερή, παραδόσου επιτέλους!

Τι πειράζει το λάθος;
Η ζωή ήδη έφυγε
τελειώνει για σένα και για μένα
για όλους μας...
           
                          Σ' αγαπώ
                       
                    Στην αγάπη μου:

Στο Ιερό ρίγος,
την ηδονική ανατριχίλα.
την τρυφερή έκσταση που με τύλιγε
όταν σ΄ έβλεπα
όταν σε κοίταζα
όταν έσφιγκα τα λεπτά δάκτυλα σου.

                              Στην Μνηστή μου:

Στην ερωτική μας αδημονία,
τη φλόγα που φούντωνε
τις αισθήσεις που ξύπναγαν.
Στα πρώτα τολμηρά χάδια της σάρκας
που βούλιαζε στον πυθμένα
της πρωτόγνωρης ηδονής

                               Στην Γυναίκα μου:

Στο ατέλειωτο, ονειρώδες όργιο
της σεξουαλικής πανδαισίας.
Στην άγρια τρικυμία
του έμπειρου ερωτισμού.
Στους συγκλονιστικούς σεισμούς
τις ερωτικές θύελλας,
της ξέφρενης διεγέρσεως.
Στο διαρκή ΠΟΘΟ, που αδιόρατα
σαν όνειρο μας τυλίγει και
σαν όπιο πάντα μας βυθίζει
και μας μεθά.
Δοκίμια
ΤΟ ΛΑΛΟΝ ΠΟΙΗΤΙΚΟΝ ΥΔΩΡ
(Συνηγορία υπέρ των κακών ποιητών)

Περιοδικό "Ευθύνη"
Κύριε Τσιρόπουλε:

Σας άκουσα να λέτε λόγια πικρά για το πολύ πλήθος των ποιητών. Είπατε τελικά πως δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι αξιόλογοι σήμερα. Σωστό βεβαίως, αλλά πολύ λυπήθηκα που το άκουσα. Μα φυσικά οι μεγάλοι πάντα ήταν ελάχιστοι. Από τον 9ο αιώνα προ Χριστού έως σήμερα, ζήτημα είναι αν φτάνουν τους είκοσι, αν αφαιρέσουμε τους θεατρικούς - Τραγικούς Αισχύλους - Σαίξπηρ κλπ.

Και όμως τώρα ιδίως που ξεχειμώνιασε, τα λίγα μικρά άλση του "κλεινού" Άστεως των Αθηνών, παρά τον κατακλυσμό του τσιμέντου, γέμισαν πουλιά. Όλα μικρές πηγές λαλαίουσες αγαπητές και συμπαθητικά χαριτωμένες! Χωρίς αυτές δεν υπάρχει ατμόσφαιρα ποίησης. Άλλωστε δεν έχει άδικο ο Τριστάν Τζαρά όταν λέει:

"Η Ποίηση είναι ένα συναίσθημα, ένας όρος της Υπάρξεως,
μια ποιότητα των πραγμάτων. Υπάρχει Ποίηση και χωρίς
το ποίημα, γιατί είναι απλωμένη στην επιφάνεια των πραγμάτων
και των όντων. Η Ποίηση υπάρχει πριν απ' όλα πριν να γίνει στίχος, υπάρχει
σε λανθάνουσα κατάσταση παντού".

Αυτοί που τους θεωρούμε ΚΑΚΟΥΣ ποιητές, δηλαδή το 98% αυτών που γράφουνε στίχους, είναι κατά κανόνα άνθρωποι ευαίσθητοι με γοητευτική ψυχολογία που ωθούνται στο γράψιμο χωρίς να μπορούν να κάνουν διαφορετικά.

Γενικά η Ποίηση είναι μια πυραμίδα με κορυφή τους Μεγάλους, που δεν μπορούν όμως να υπάρξουν χωρίς την πλατιά βάση των μετρίων και προπαντός τον όγκο των ασημάντων που διαμορφώνουν την περιρρέουσα προεισαγωγική ατμόσφαιρα των πολλών. Δεν πέφτουν οι Όμηροι, οι Αισχύλοι και ο Γκαίτε σαν κεραυνοί εν αιθρία.

Η συναυλία των σπουργιτιών και άλλων πουλιών στα αττικά άλση τώρα που ζέστανε ο καιρός, είναι κάτι το καταπληκτικό. Τα αηδόνια σπάνια και δυσθεώρητα μέσα στον κατακλυσμό των τιτιβισμάτων και κελαιδισμών της θερινής αιθρίας.

Ας υποκλιθούμε λοιπόν μπροστά στον όγκο των συμπαθών και ασημάντων ποιητών και ας τους χαιρετίσουμε τρυφερά. Άλλωστε οι μεγάλοι ΠΟΙΗΤΕΣ δεν έχουνε τόσο πολύ ανάγκη ευχών. Το Ασυνείδητο, το Χάος και ο Θεός, μιλάει μέσα τους πολύ δυνατά. Έτσι ούτε που μας ακούνε!

Ένας ακροατής Αττικών Άλσεων

Γιάννης Κυριακάκος