ΝΙΚΟΛΑΟΣ  Δ.   ΠΑΛΑΙΟΚΡΑΣΣΑΣ
Με τη συμπλήρωση 134 (περίπου) χρόνων από τη γέννηση (1862) ενός συμπατριώτη μας και συγχωριανού (μου) του ναυτοποιητού (που επί δεκαετίες έζησε τη ζωή του ιστιοφόρου, αρχικά, και του πρώτου ατμήλατου, μετέπειτα, φορτηγού βαποριού), του ΝΙΚΟΛΟΥ, θα σας περιγράψω όχι με λίγα λόγια, αλλά με πάρα πολλά, όσα μου επιτρέπει (ο χρόνος και η υπομονή σας) τελώντας συμβολικά  φιλολογικό ποιητικό  μνημόσυνο στη μνήμη του (καθυστερημένα βέβαια)  για το ποιητικό - σατυρικό έργο του, που επί πολλά χρόνια προσέφερε την αξέχαστη εκείνη εποχή.  Νομίζω ότι ανάβω έτσι ένα κερί στη μνήμη του (καθυστερημένα, επαναλαμβάνω, αναγκαστικώς) γιατί δεν είχα συγκεντρώσει όλο αυτό το υλικό.
Ένα μεγάλο κομμάτι από τα ποιήματα του αναφέρεται στην αφάνταστα σκληρή ζωή των ναυτικών της εποχής εκείνης, ενώ άλλα αναφέρονται σε γεγονότα και πρόσωπα του Ανδριώτικου ναυτικο-εφοπλιστικού κόσμου της περασμένης, μα αξέχαστης εκείνης εποχής. Παράλληλα, τα ποιήματα του μας δίνουν

σπουδαιότατης σημασίας πληροφορίες τόσο για τη ζωή, επαναλαμβάνω, των ναυτιλομένων μας, όσο και για την Ανδριακή και την Ελληνική γενικότερα εμπορική ναυτιλία μας των τελευταίων χρόνων του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνος.
Ο ποιητής Νικολός, το επίθετο Παλαιοκρασσάς, είναι "βέρος" Ανδριώτης (Στενιώτης), γόνος της πολυπληθούς οικογένειας των Παλαιοκρασσάδων, αδελφός του μακαρίτη πλοιάρχου Ε.Ν. Γεωργίου Παλαιοκρασσά, του Επαμεινώνδα Παλαιοκρασσά πλοιάρχου Ε.Ν. και του Γιάννη Παλαιοκρασσά, -πλοιάρχου και εφοπλιστού, θείος του πολιτικού (υπουργού επί πολλά χρόνια) Γιάννη Παλαιοκρασσά, του καπετάνιου Γιώργου Παλαιοκρασσά, του Δημητρίου και Λεονάρδου Επ. Παλαιοκρασσά.
Ο Νικολός γεννήθηκε στο τότε ναυτικότερο χωριό της Ελλάδος, στην Κηφισιά της Άνδρου, όπως λέει κάποιος νεοέλληνας λογοτέχνης, τις Στενιές. Ο αλησμόνητος τρελλο-ναυτοποιητής Νικολός, ο λαϊκός ραψωδός των δύσκολων ημερών του Έλληνα ναυτικού, ο έμπειρος "γεμιτζής" και εμπεριστατωμένος χρονογράφος της επικής περιόδου της ναυτιλίας μας, κατόρθωσε με εξαιρετικά προνομιούχο τρόπο να γίνει γνωστός ανά το Πανελλήνιο και σ' όλο το Πανελλήνιο, με το μικρό του μάλιστα όνομα, το "Νικολός". Ο Νικολός, λοιπόν, εφοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο και εν συνεχεία στο Ελληνικό Σχολείο Άνδρου - που εστεγάζετο εις την "Καΐρειον Σχολήν", από όπου απεφοίτησε από την Β' τάξη. Το Ελληνικό Σχολείο, ως γνωστόν, είχε και Γ' τάξη, το "Σχολαρχείον" λεγόμενον. To 1876, σε ηλικία δηλαδή 14 ετών, εφοδιασμένος ο Νικολός, όπως από τα υπάρχοντα επίσημα βιβλία διαπιστώνεται, με το ενδεικτικό της Β' τάξεως του τότε, επαναλαμβάνω, Ελληνικού Σχολείου Άνδρου - που πολύ λίγοι όμως το είχαν - κι ακολουθώντας την υποσυνείδητη του έφεση, το υποσυνείδητο του ιδανικό, την οικογενειακή του, τη Στενιώτικη, μα και τη μακραίωνη, γενικότερα, Αντριώτικη ναυτική ιστορία και παράδοση, μπαρκάρει με τα χωριανά του ιστιοφόρα, μούτσος βέβαια στην αρχή, άριστος τιμονιέρης και ναύτης "γεμιτζής", περιζήτητος κατόπιν και μάλιστα από τους λίγους δεξιοτέχνες ναυτικούς του νησιού μας.
Στα 1885 και ύστερα από κάποιο τραγικό ναυάγιο στη Μαύρη Θάλασσα, ο Νικολός ξεμπαρκάρει στην Άνδρο με διαταραγμένο το νου και τις φρένες κι από τότε γυρίζει στην Άνδρο, τη Σύρο, τον Πειραιά, την Αθήνα, στις λουτροπόλεις και σ' όλες τις παραλιακές, ιδίως, μεγαλουπόλεις της Ελλάδος, σαν ποιητής πια, μα έχοντας συγχρόνως και την ψευδαίσθηση του πρίγκηπα (δηλ. Βοναπαρτικές ιδέες μεγαλείου, κατά την ψυχιατρικήν) όπως είχε αυτονομασθεί και αυτοτιτλοφορηθεί, γράφοντας και απαγγέλοντας τα ανεξάντλητα ποιήματα του, από τα οποία ελάχιστα δυστυχώς ιδιόγραφα του σώζονται σήμερα.
Καμιά φορά παρουσιάζεται κρατώντας απλωμένη σ' ένα μπογιατισμένο με τα εθνικά χρώματα κοντάρι μια  μεγαλούτσικη μπλε σημαία, πάνω στην οποία με ραμμένα άσπρα κεφαλαία γράμματα, αναγράφονται κι από τις δυο της τις μεριές οι λέξεις:

Ο "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ" ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΣΤΙΧΟΥΡΓΟΣ !!

ΝΙΚΟΛΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ  ΘΑΛΑΣΣΟΜΑΧΟΣ

Για τίποτα απ' ό,τι φοράει και κρατάει - κι αυτή είναι όλη σχεδόν η κινητή και ακίνητη συνάμα περιουσία του - δεν έχει δώσει ποτέ του πεντάρα τσακιστή, που λένε, ο Νικολός, γιατί όλα αυτά είναι δώρα των φίλων και θαυμαστών του, αρσενικών και θηλυκών, που δεν είναι καθόλου λίγοι.
Ασύδοτος παντού και πάντοτε, ο ποιητής μας, ταξιδεύει με όλα ανεξαιρέτως τα πολεμικά καράβια του (βασιλικού τότε) Πολεμικού Ναυτικού, τόσο στα ειρηνικά, όσο και στα πολεμικά τα χρόνια, γιατί το Πολεμικό Ναυτικό είναι ο μεγάλος και τρανός του έρωτας, οι δε αξιωματικοί του, από τον ναύαρχο ως τον νεώτερο σημαιοφόρο, είναι η αδυναμία του.
Γνωστότατος σ' όλη τη αφρόκρεμα της αθηναϊκής αριστοκρατίας της εποχής του, είναι παντού ευπρόσδεκτος και γενικά δεν μπορεί, χωρίς την παραμικρή υπερβολή, να νοηθεί τελετή, χορός, βαφτίσια, αρραβώνας, γάμος, χοιροσφάγια, γλέντι και ιδίως τραπεζόπουλο, που να μην το στολίζει με την "υψηλή" παρουσία του ο Νικολός, άλλοτε μεν επίσημα προσκεκλημένος, κάποτε κάποτε όμως και ολότελα απρόσκλητος, βομβαρδίζοντας με τα εντελώς πρόχειρα έμμετρα του δίστιχα, όλους τους τραπεζοκαθισμένους, έθιμο αρχαιότατο ελληνικό, πούχει τις ρίζες του στα πολύ παλιά τα χρόνια, όταν τα διάφορα συμπόσια γίνονται πρόφαση και αφορμή "λόγων παντοδαπών", όπως μας λέει ο Αθηναίος.
Έτσι, όλες οι πόρτες είναι πάντα γι' αυτόν ανοικτές. Από το παλάτι του βασιλιά Γεωργίου του Α' και τα αριστοκρατικότερα σαλόνια, κέντρα και ξενοδοχεία ύπνου και φαγητού, ως την τελευταία λαϊκή ταβέρνα, και από το καρρέ των αξιωματικών του βασιλικού όπως ελέγετο τότε Ναυτικού, ως τα συσσίτια του πληρώματος των θωρηκτών και των άλλων πολεμικών μας καραβιών, παντού όπου βρίσκεται σκορπά σπάταλα την ευθυμία και το γέλιο, τη χαρά και το κέφι με τους επιτυχημένους, τις περισσότερες φορές, έξυπνους χιουμοριστικούς στίχους του, γιατί ο συμπαθέστατος Νικολός δεν ανήκει στη χορεία των απαισιόδοξων και κακομοίρηδων εκείνων λυπομανών στιχοπλόκων, που μονότονα σκορπίζουν παντού και πάντοτε την κατήφεια, τη μελαγχολία και τη θλίψη.
Τα έμμετρα και ποικίλου περιεχομένου ποιήματα του, στιγμιαίας, τις περισσότερες φορές κατασκευής, τα ξέρουν όλοι απέξω κι ανακατωτά και τα απήγγειλαν μικροί και μεγάλοι, νέοι και γέροι, αγόρια και κορίτσια, γυναίκες και άνδρες, κάθε κοινωνικής τάξεως.
Χαρακτηριστικό μάλιστα είναι το γεγονός, ότι και σήμερα ακόμη, παρ'όλο που πέρασαν 74 ολόκληρα χρόνια από τον αιφνίδιο θάνατο του, αρκετοί συμπολίτες του και ξένοι, περασμένης πια ηλικίας, θυμούνται και απαγγέλουν - και από μνήμης μάλιστα - μεγάλα και μακρόπνοα ποιήματα του, πράγμα το οποίον αποδεικνύει ότι τα έμαθαν, επειδή ακριβώς τους άρεσαν υπερβολικά.
Ποιος π.χ. Ανδριώτης δεν γνωρίζει το μικρό τετράστιχο ποίημα του Νικολού, που επαιρόμενος για το κατόρθωμα του και τη διαφυγή του από την Άνδρο στη Σύρο, εμπνεύστηκε και απήγγειλε μεγαλοφώνως:

Λέμβος τετράκωπος με κυνηγούσε
και να με φθάση δεν ημπορούσε
και ο "Μάκολας" το κοθώνι
όρθιος ίστατο εις το τιμόνι.

Το ποίημα είναι μεν μικρό, αλλά η αιτία που το έφτιαξε είναι πολύ ενδιαφέρουσα, γι' αυτό και θα την αναφέρω εν συνεχεία, προς ενημέρωση των ολίγων που δεν την γνωρίζουν. Ο   "Μάκολας"   ήταν   πιθανόν,   το   παρατσούκλι   του Ανδριώτη Αλέξανδρου Δαπόντε. Ο Δαπόντες ήταν εισπράκτωρ των δημοσίων φόρων (φορατζής), έμπορος και ένας από τους πολλούς λαθρεμπόρους της Άνδρου την εποχή εκείνη. Το 1908 ή 1909 μάλλον, ο Νικολός, ένα Σάββατο πρωί του Φθινοπώρου (ώρα 11 προ μεσημβρίας, περίπου) έριξε μόνος του από την Αγία θαλασσινή, όπου ήταν συρμένο, το βαρκάκι τού "Μάκολα", με μόνα εφόδια επισιτιστικά: ένα διπλό ψωμί κι ένα σταμνί νερό, που το γέμισε από το κρυονέρι (που βρίσκεται πίσω από το λιμάνι της πόλεως, της Χώρας Άνδρου) κι ανεχώρησε με προδιαγεγραμμένο, προκαταβολικώς προσχεδιασμένο, ταξειδιωτικό πρόγραμμα: Χώρα Άνδρου Ερμούπολις Σύρου  - μήκος βάρκας 3,5 πήχεις περίπου.-
Μόλις το πράγμα έγινε γνωστό, ο "Μάκολας" πήρε τη βάρκα του εκ Καρύστου Κώστα Δούκισα, γαμπρού του, Γεωργίου Τερζάκη, του οποίου την κόρη (ονόματι Φράγκα) είχε γυναίκα και με τέσσερα, δεμένα, παλληκάρια στα κουπιά (εξ ου και το τετράκωπος) πήρε κυνήγι τον Νικολό, χωρίς φυσικά να κατορθώσει να τον προλάβει, παρά το ότι σε κάποια στιγμή της θαλάσσιας διαδρομής τον πλησίασε πολύ. (Λέγεται στον κάβο του Κορθίου;). Ο Νικολός, επαιρόμενος λοιπόν για το κατόρθωμα του και τη διαφυγή του αυτή, έφτιαξε το παραπάνω ποίημα.
Όταν    έφθασε    στη    Σύρο    απηύθυνε    επίσης τ' ακόλουθα ποιήματα:

Προς τον Δήμαρχο Άνδρου Ιωάννη Α.  Καρυστινάκη:


Ώραν ενδέκατη της νυκτός
παρά Συριανών θαυμαστός
σώος έφθασα ενταύθα
Νικολός κουπιά και βάρκα.

Λέμβος τετράκωπος με κυνηγούσε
και να με φθάση δεν ημπορούσε
και ο Μάκολας το κοθώνι
όρθιος ίστατο εις το τιμόνι.
Με την έμμετρη υπογραφή
Νικολός ποιητής Θαλασσομάχος
όχι τζοπάνης ούτε βλάχος.

Και στον ίδιο τον Μάκολα τηλεγράφησε:

Σώος έφθασα ενταύθα
Νικολός κουπιά και βάρκα
και την λέμβο σου αβλαβή
Τρίτην κάμε Μυκάλην παραλαβή.

Κατά πάσα βάσιμη πληροφορίαν, επιστρέφοντας ο Νικολός στην Άνδρο, μετά το προηγούμενο επεισόδιο, φόρτωσε την βάρκα στο "ποστάλι" της γραμμής το "Μυκάλη" και κάθησε κι ο ίδιος μέσα. Κατά τον έλεγχο των εισιτηρίων τον πλησίασε ο λογιστής ζητώντας του το εισιτήριο, για να τον πειράξει. Ο Νικολός, προσποιούμενος ότι ξαφνιάστηκε του απάντησε ότι δεν οφείλει κανένα εισιτήριο, διότι απλούστατα ταξιδεύει μέσα στη δική του βάρκα. Την αγάπη προς τον Ελληνικό Στόλο την εκδηλώνει και την εκφράζει με τα πιο κάτω ποιήματα. Για το ένδοξο θωρηκτό "Αβέρωφ" απαγγέλει:

Δεήσεις έκανα εις το θεό
στο "Αβέρωφ να πατήσω
τον Ναύαρχο να επισκεφθώ
την δεξιά του να φιλήσω
Στην Μυτιλήνη εξημερώθην
με άνεμον ελαφρόν κι ουρανόν συννεφώδη
να ιδώ τον στόλον μας ηξιώθην
και στον Αβέρωφ να πατήσω πόδι

Τον Αβέρωφ οι Τούρκοι τον ωνόμαζαν "σεϊτάν" = διάβολο.
Οι Έλληνες Άγιον Ελευθέριον, γιατί απελευθέρωσε τόσους δούλους αδελφούς.
Οι στίχοι του (τρελλού ποιητού) του στόλου, του αξέχαστου Νικολού εκφράζουν την άμετρη επιθυμία του ν'ανεβή στο ιστορικό μας καράβι, ζωγραφίζουν δε όχι μόνον τα δικά του συναισθήματα, αλλά γενικά των Ελλήνων της εποχής εκείνης. Όταν ο Νικολός έλαβε την πρόσκληση του Ναυάρχου Κουντουριώτη να επισκεφθή την ναυαρχίδα, κράτησε την ψεύτικη πόζα και απήντησε στον απεσταλμένο του ναυάρχου: "Να πήτε στον Ναύαρχο ότι δεν ευκαιρώ τώρα να έλθω, να μου στείλη την βενζινάκατο, ύστερα από μία ώρα να με πάρη".
Κι ο αγαθώτατος Ναύαρχος, εις τον οποίον μετεβιβάσθη η απάντησις του Νικολού, είπε: "Να στείλετε την βενζινάκατο έπειτα από μία ώρα και να τον πάρετε τον "κανάγια" τον Νικολό".
Όταν, επιτέλους έφθασε και ανέβηκε στον Αβέρωφ, οι ναύτες της πλώρης, του έκαμαν αποθεωτική υποδοχή.
- Φιλοφρόνως εδέχθη τους εύθυμους αλαλαγμούς των ναυτών και γαλήνιος και τρισόλβιος εξεκίνησε για την "πρύμη" όπου οι αξιωματικοί που έμεναν (στην "πρύμη") για να τον πειράξουν του έκαμαν ψυχρή κάπως υποδοχή.
- Και όταν ένας ανώτερος αξιωματικός του είπε, τέλος, να καθίση, ο Νικολός απήντησε, αμέσως, με τον ίδιο δικό του τρόπο, εμμέτρως: Γελαστήκατε αν νομίσετε πως εδώ θα καθήσω αλλ'ούτε θα σας ευχηθώ - ούτε και θα σας ευχαριστήσω, υποδοχή μου εκάματε ψυχράν και περιφρονημένην, μα όχι εγώ, αλλά εσείς θα βγήτε ζημιωμένοι. Πολλά σας είπα και θα σας αφήσω και στο "καμπούνι" με τους ναύτας θα γευματίσω, γιατί από την πλώρη ευχαριστήθην, ενώ από την πρύμην δυσαρεστήθην.
Ο Φαλτάιτς γράφει στην Ναυτική Ελλάδα (περιοδικόν 32ον τεύχος, της 31ης Μαΐου 1931, σελ. 776): «Αξέχαστε τρελέ ποιητή. Ποιος θα μπόρεση να θυμηθή και να μαζέψη τα ποιήματα σου που είναι ανέκδοτα. Καλλίτερα υπομνήματα της ενδόξου εκείνης εποχής δεν θα είχαμε από αυτά».
Η πίστις, ο πατριωτικός ενθουσιασμός, η θρησκεία, η πεποίθησις προς το δίκαιο  της Νίκης,  εκυριάρχουν μέσα στις  ψυχές των αξιωματικών, των ναυτών και όλων των Ελλήνων της εποχής εκείνης. Οι ναύτες και αξιωματικοί του στόλου, κλεισμένοι 8 μήνες μέσα στα καράβια που έμεναν στο Μούδρο ή περιπολούσαν μπροστά από τα
Δαρδανέλια μέσα στους "εσωτάτους" διψούσαν για ψυχαγωγία. Ναυτικά ανέκδοτα του πολέμου 1912-13 συνεκεντρώθηκαν σε δύο τεύχη και εξεδόθησαν από τον αείμνηστον Βλάση Γαβριηλίδη διευθυντή της (εφημερίδος) Ακροπόλεως. Το ένα λέγεται "ΝΑΥΤΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ" και το άλλο "ΤΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΤΟΥ ΝΑΥΑΡΧΟΥ ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗ".
-Τα ανέκδοτα ζωγραφίζει καλλίτερα από την επίσημη ιστορία, μίαν εποχήν (συνεχίζει ο Φαλτάϊτς).
Μία κίνησι, ένας λόγος, μία χειρονομία, ένα επιφώνημα, τέλος, αξίζουν πολλές φορές περισσότερο από μία πολύτιμη ιστορική και κοινωνιολογική περιγραφή. Παίζουν τον ίδιο ρόλο που παίζει μια φωτογραφία παρμένη, έτσι, "ενσταντέ". Η φωτογραφία αυτή, το στιγμιότυπο, έχουν μεγαλύτερη ρητορικότητα και παραστατικότητα από χίλιες περιγραφές.
«Ναυτική    Ελλάδα», σοβαρό περιοδικό, πασίγνωστο, δημοσιεύει (φωτογραφία του Νικολού). Τεύχος 11 της 31ης Αυγούστου 1929, σελίς 207. Κάποιος ναύτης είχε θυμηθεί μια περικοπή από ένα ποίημα του μισότρελλου Νικολού, πασίγνωστη σ'όλο το στόλο και την απήγγειλε με στόμφο και με ρητορικές χειρονομίες.
Μεζητιέ, Τουργούτ και Βαρβαρόσα
παλιά τα’αγόρασαν οι Τούρκοι, γιατί δεν είχαν γρόσσα
Μα θα την ποθούνε σαν το Πετροπαυλόσκι
που στο βυθό του Πόρτ-Άρθουρ καβούρια βόσκει.

Οι στίχοι του Νικολού είναι πράγματι προφητικοί.
- Ναυτική Ελλάδα, τεύχος 14 της 30ης Νοεμβρίου 1929 σελίς 278, γράφει σχετικώς για το Νικολό ο Παντελής Χορν. Τον αποκαλεί πλανόδιο ποιητή. "Η ύπαρξη και η εν γένει σταδιοδρομία του ποιητού Νικολού συνδέεται με όλο το ναυτικό μου βίο και βέβαια με τη ζωή των περισσοτέρων συναδέλφων", συνεχίζει: " Τον είδα για πρώτη φορά και άκουσα τη χαρακτηριστική κουδουνιστή απαγγελία του, όταν ήμουν ακόμα αμούστακο παιδί, δόκιμος μέσα στη ξακουστή φρεγάδα "Ελλάδα". Έλεγε πως αγαπούσε τη Βασιλοπούλα Μαρία και έψαλλε τον ερωτά του σε στίχους":

Βασιλοπαίδα Μαρία
πάρτονε το Νικολό
πάρτονε να μη τον χάσης
γιατί είναι παιδί καλό

Πότε ο ένας σου μυρίζει
πότε ο άλλος σου βρωμά
μήπως θέλεις το κορμί σου
να    το    κάμεις    παστρουμά
(καβουρμά)

"Τον λέγανε τρελό, μα η τρέλα του μας άρεσε. Έδινε τροφή στην τρελή παιδική μας φαντασία. Ποιος από μας, τότε, (συνεχίζει και γράφει ο Παντελής Χορν) δεν ήταν ερωτευμένος με μια βασιλοπούλα; Ίσως οι βασιλοπούλες οι δικές μας ήταν όλως διόλου φανταστικές, παραμυθένιες, γυναίκες άϋλες, δίχως σάρκα και οστά, φαντάσματα της νεανικής ορμής! Μα τότε σίγουρα εμείς είμαστε πιο τρελοί απ'αυτόν, γιατί εκείνος επιτέλους αγαπούσε μια πραγματική βασιλοπούλα κι όταν έφτανε η βασιλική θαλαμηγός "Αμφιτρίτη" από τα ξένα στον Πειραιά, ο Νικολός υπεδέχετο την δέσποινα των λογισμών του, απαγγέλων στίχους. Ανέβαινε απάνω στο κατάστρωμα και φιλούσε το χέρι και κάποτε μάλιστα έκανε στη βασιλική οικογένεια (ριψοκίνδυνες) επιδείξεις θάρρους και της κολυμβητικής του δεινότητας, περνώντας με "μακροβούτια" κάτω από την καρένα της Αμφιτρίτης. Σαν ποιητής που ήταν, νόμιζε πως βρισκόταν ακόμη στα παλιά τα χρόνια, που οι βασιλοπούλες παντρευόντουσαν με τους πιο θαρραλέους "βάρδους". Ήταν όμως τρελός; Μας το λέει σε μερικούς του στίχους. Ας τον ακούσουμε τον ίδιο:

Έχω τρέλα ζηλεμένη
με το δράμι ζυγισμένη
πούναι ψεύτικα φτειαγμένη
για να περνώ ζωή χαριτωμένη.

"Εάν τον βλέπατε στον οίστρο της απαγγελίας του θα σχηματίζατε αμέσως τη γνώμη πως έχετε μπροστά σας ένα άνθρωπο που βέβαια βρίσκεται σε αλλοφροσύνη. Και έπειτα η τεραστία μνήμη του δεν μπορούσε ποτέ να είναι συνηθισμένη μνήμη ενός φυσιολογικού ανθρώπου. Μα επί τέλους τι μας ενδιαφέρει, αν ήταν (λέει ο Χορν) τρελός. Το αληθές αποτέλεσμα ήταν πως δεν ήταν επικίνδυνος τρελός. Ταξίδευε με τα εμπορικά και πολεμικά πλοία και διασκέδαζε τα πληρώματα. Υπάρχουν τόσοι που δεν είναι τρελλοί και όμως είναι επικίνδυνοι.
- Είχε αρκετή πέραση σε όλο το ναυτικό κόσμο και τους λαϊκούς πληθυσμούς των παραλίων πόλεων, γι'αυτό ζούσε άνετα και ήταν πάντα "χαρτζηλικωμένος". Στους απλοϊκούς αυτούς ανθρώπους τους έδινε την απόλαυση που δίνει σε πιο προηγμένους λαούς ένας αληθινός ποιητής και όχι ένας "κουδουνιστής ομοιοκαταληξιών". Ίσως ήταν αυτός ο λόγος που δεν είχε πέραση στα επτάνησα, εκεί που η άδολη ποίηση τρέχει στο δρόμο, απ'τον καιρό των Σολωμών και των Χάλβων. Μια φορά είχαμε πάει (συνεχίζει ο Π. Χορν) με τη θωρηκτή Μοίρα στη Ζάκυνθο. - Τον είχαμε μαζί μας στο θωρηκτό "ΣΠΕΤΣΑΙ". Δεν είχα βγή επιστήμων ακόμη (φιλόλογος) μα ετοιμαζόμουν να δημοσιεύσω τα πρώτα μου δοκιμάσματα. Οι συνάδελφοι μου, συνέστησαν να το κασταστήσουν αυτό γνωστό στο Νικολό. Από τη στιγμή εκείνη άρχισε να με υποβλέπει. Ήμουν γι'αυτόν ένας αντίπαλος. "Έλα τώρα που ήμουν και συσιτιάρχης και φρόντιζα να του δίνω πάντα καλό φαί. Θέλησε λοιπόν να με περιποιηθή και να βγάλη μαζί και το "άχτι" του.
Γι'αυτό μου σκάρωσε το εξής ποίημα":

Είδα και το Χορν το συσιτιάρχη
που θαρρεί πως ξεπερνά ναύαρχοι.
Νομίζει ποιητής πως είναι
και πως σαν κι αυτόν άλλους
δεν έχουν αι Αθήναι.
Έβγα λοιπόν κ. Χορν στα τρυφερίκια
να σου φανούν τα ψωμιά χαλίκια.

Βλέπετε πως με τους στίχους τους τελευταίους με προέτρεπε να εμφανισθώ μια ώρα αρχίτερα από τους φιλολογικούς κύκλους. Το βράδυ βγήκαμε στη πλατεία. Ο "Νικολός" άρχισε να γυρίζει στα τραπέζια, ν'απαγγέλη στίχους, μα οι Ζακινθυνοί δεν του έδιναν καμιά σημασία. Αποτυχία πλήρης. Ήταν η περίστασις, η ευκαιρία, να τον εκδικηθή ο Χορν για το ποίημα του; Του λέει λοιπόν: "Καημένε Νικολό πάει πια. Η μπογιά σου δεν έχει πέρασι. "Καιρός λοιπόν να βγής εσύ, μου λέει με ετοιμότητα". Περνούσαν τα χρόνια και "ο Νικολός" πάντα νέος και ακμαίος περιεφέρετο εις τους δρόμους του Πειραιώς και απήγγειλε τους στίχους του. Και όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο πιο πολύ τον αγαπούσα. Άμα τον έβλεπα αναγάλλιαζε η καρδιά μου, γιατί μου θύμιζε τα παιδικά μου χρόνια, τα ξένοιαστα χρόνια με τις βασιλοπούλες των παραμυθιών. Δεν είναι πολλά χρόνια που τον είδα για τελευταία φορά. Ήταν γερασμένος, μα ήταν ίσως και λογικός. Δεν απήγγελε πια στίχους, μα μιλούσε κι αυτός για υποθέσεις τώρα στους μεταπολεμικούς καιρούς. Από το ύφος του κατάλαβα πως ήταν και δυστυχής, τώρα που είχε χάσει την τρέλα του, την έμπνευσί του - πέστε την όπως θέλετε - τώρα που ήταν πια και αυτός άνθρωπος σαν όλους, άνθρωπος λογικός. Ύστερα από μερικές μέρες διάβασα σε μια εφημερίδα πως κολυμπώντας στην πατρίδα του την Άνδρο (όπως θα αναφέρω πιο κάτω όχι στην Άνδρο) πνίγηκε. Θέλησε, φαίνεται, να κάνη καμμιά από κείνες τις επικίνδυνες βουτιές που συνήθιζε να κάνη, άλλοτε, (μπροστά στη βασιλοπούλα) και που δεν ξαναβγήκε πια στον αφρό. Δεν μπορεί φαίνεται να κάνη ένας λογικός, ό,τι μπορεί να κάνη ένας άνθρωπος τρελός. Μήπως όμως και βαρέθηκε πια τη ζωή του λογικού ανθρώπου, κι αποφάσισε να τελείωση μια για πάντα; Ποιος ξέρει; Η ζωή χωρίς τρέλα δεν έχει πια ουσία. Η ζωή χωρίς τρέλα, χωρίς βασιλοπούλες και χωρίς ποιήματα! "Η έμπνευσις στείρεψε, η τρέλα γιατρεύτηκε και οι βασιλοπούλες, άλλες φύγανε πολύ μακρυά, κι άλλες πέθαναν μέσα μας. Καϋμένε Νικολό!» (Ο Παντελής Χορν, ήταν Έλλην αξιωματικός του Π.Ν. και μεγάλος και πασίγνωστος δραματικός συγγραφέας. Πάρα πολλά έργα του προβλήθηκαν από σκηνής (θεάτρου). Αναφέρω μερικά απ'αυτά: "Το Φυντανάκι" "Το μελτεμάκι" "Οι Σιγανοπαπαδιές" "Ανατολίτισσα" "Γυναίκα θάλασσα” κ.λ.π., κ.λ.π.).
Είναι όμως πραγματικά τρελλός ο Νικολός; Ο ίδιος δεν μας ξεκαθαρίζει το ζήτημα τόσο καλά: γιατί ενώ αλλού μας λέει πως είναι τρελλός από τη βρεφική του την ηλικία, αλλού διακηρύττει στεντόρεια, πως είναι πολύ περισσότερο γνωστικός από όλους τους λογικούς συνανθρώπους του με τα τετραγωνικά και τετραπερασμένα μυαλά τους. Ας ακούσωμε λοιπόν τον ίδιο:

Λένε πως την πριγκήπισσα Μαρία αγαπώ,
μα το μυαλό μου, που αξίζει μιλιούνια,
δεν έστριψε από τον έρωτα αυτό
ήμουν τρελλός πολύ τρελλός από την κούνια.

Αλλού όμως ο ίδιος πάλι μας δηλώνει κατηγορηματικά τα ανακόλουθα σ'αυτά που μας είπε πριν από λίγο:

Όταν εις την Σμύρνην απεβιβάσθην
προσεποιήθην, ότι πάσχω τας φρένας
και δεν μ'επείραξε Τούρκος κανένας.

Σε μερικά του μάλιστα ποιήματα αγωνίζεται να μας πείση, πως αυτός λόγω ακριβώς της τρέλλας του είναι πολύ περισσότερο γνωστικός, απ' ό,τι είναι οι γνωστικοί λόγω ακριβώς της λογικής τους! Δώστε προσοχή:

Πολλοί με νομίζουνε τρελλό
και μ"αποκαλούν λωλο-Νικολό,
μα αν ήταν όλοι οι τρελλοί σαν κι εμένα
Φρενοκομεία δε θάταν χτισμένα.
Εγώ όμως αδιαφορών δι' αυτάς τας ανοησίας
διακηρύττω σ'όλους μετά παρρησίας,
πως λογικός δεν υπάρχει κανένας,
που να μην πάσχη κάπως κατά τας Φρένας

Ο ΝΙΚΟΛΟΣ

Είναι ζήτημα αν άλλος δημοτικός στιχουργός, στην Ελλάδα, αγαπήθηκε τόσο πολύ απ' το κοινό της εποχής του, το οποίον επί τέσσερις ολόκληρες δεκαετίες αληθινά διασκέδασε κι'έτερψε με τους απλούς και εύθυμους σατυροδηκτηκώτατους στίχους του, όσο ο λαϊκός (ποιητής) Νικολός που, μ'αυτό και μόνο το μικρό του όνομα έγινε γνωστότατος σ'όλο το Πανελλήνιο. Τα αμέτρητα και ποικίλου περιεχομένου ποιήματα του τα ήξεραν όλοι "απ'έξω κι'ανακατωτά" και τ'απήγγειλαν γυναίκες κι'άνδρες μικροί και μεγάλοι, κάθε κοινωνικής τάξεως.
Γεννήθηκε, επαναλαμβάνω, στις Στενιές της Άνδρου το 1862 και πέθανε στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1923 από ασφυξία στα Λουτρά των Μεθάνων. Η κηδεία του έγινε μεγαλοπρεπώς, δαπάναις των εκεί φίλων του, λουσμένων και ντόπιων, μέχρι δε του 1941, που τον επισκέφθηκε ο μακαρίτης Μιχάλης Βασιλόπουλος, υπήρχε επάνω στον τάφο του ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός, επί του οποίου ανεγράφετο "Ενθάδε κείται ο Νικολός ο ποιητής". Το επίθετο του όπως ανέφερα και προηγούμενα ήταν ΠΑΛΑΙΟΚΡΑΣΑΣ, μα αυτό δεν τον ήξεραν παρά μόνον οι Aντριώτες, κι'είναι ζήτημα αν το εγνώριζαν όλοι. Ήταν, κατ'αρχήν, τρελλός βέβαια ο Νικολός, αλλά τόσο τρελλός, όσο ακριβώς χρειάζεται για να'ναι κανείς πρώτα-πρώτα ευτυχισμένος κι'ύστερα ποιητής, αφού μάλιστα όπως ανέφερα και πιο πάνω αποκλείονται οι υγιείς ποιηταί απ'τον Ελικώνα, όπως τουλάχιστον, δογματικά, αποφαίνεται και κάποιος αρχαίος Φιλόσοφος.
Τη σύντομη κι'ειλικρινή αυτοβιογραφία του μας την δίνει με τ'ακόλουθα δυο τετράστιχα: Τα επαναλαμβάνω:

Αφ'ότου τρελλάθηκα βρήκα χουζούρι
και να γνωστέψω δεν με συμφέρει
η τρέλλα πάει γούρι
και η κοιλιά μου δεν υποφέρει.
Τζάμπα με ταξιδεύουνε
και τζάμπα με ταΐζουνε
και ας με κοροϊδεύουνε
και τρελλό ας με νομίζουνε.

Πότε άρχισε να γραφή ποιήματα δεν είναι ακριβώς γνωστό. Λένε, κι'αυτό είναι το πιθανώτερο, πως κάποτε στη Μαύρη Θάλασσα με μια μεγάλη κι'άγρια φουρτούνα τρόμαξε πολύ, γιατί το καράβι που υπηρετούσε κινδύνεψε πραγματικά κι'είδαν όλοι μπροστά τους ολοζώντανο το θάνατο. Κι'όταν ένα μεγαλύτερο καράβι που ήταν δίπλα τους και που σ'αυτό είχαν στηρίξει όλες τις σωτηρίας των ελπίδες απομακρύνθηκε από κοντά τους μη μπορώντας να προσφέρη καμιά βοήθεια, ο Νικολός αναρριχήθηκε σαν αίλουρος στο πρυμιό άλμπουρο κι'άρχισε από κει ν'απαγγέλη τους πρώτους του στίχους που δεν τους άκουσε άλλος, παρά μόνον αυτός που τους απήγγειλε κι'ο μανιασμένος του Ευξείνου Πόντου άνεμος.
Ήταν κοντός ο Νικολός πολύ μελαχροινός με ξυρισμένο πάντα μουστάκι, ενώ τα έξυπνα κι'εκφραστικώτατα μάτια του ήταν κι'αυτά κατάμαυρα σαν την πίσσα. Στο διάστημα του περιοδικού και παροδικού παροξυσμού του, του οίστρου του δηλαδή-γιατ'είχε και περιόδους υφέσεως και ποιητικής στειρώσεως-φορούσε πάντα σχεδόν ένα πεντακάθαρο παντελόνι από φίνα σαντακρούτα, μια ζακέττα μπλε γυναικεία κι'ένα πλατύγυρο ψάθινο γυναικείο επίσης καπέλλο απ'το οποίο εκρέμοντο προς τα πίσω ανεμίζοντας άφθονες μακρυές μεταξωτές κορδέλλες κατά προτίμησιν πρασινογαλαζιοκόκκινες. Άσπρες κάλτσες κι'ολοκάθαρα άσπρα καστόρια παπούτσια συνεπλήρωναν την παράξενη κι'ιδιότροπη εκείνη αμφίεσί του. Στ'αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα μια τσάντα πέτσινη γεμάτη από ιδιόγραφα ποιήματα του απ'τα οποία ελάχιστα δυστυχώς κατώρθωσα να βρω. Σύντροφός του αχώριστος ήταν ένα λεπτό και πολυτελέστατο μπαστουνάκι που έφερε πάντοτε υπό μάλης, το κρατούσε δε στο δεξί του χέρι κινώντας το δίκην μαέστρου, μόνον όταν απήγγειλε τους στίχους του. Κι'όλα αυτά ήταν βέβαια δώρα των φίλων και θαυμαστών του αρσενικών και θηλυκών, που δεν ήταν και λίγοι. Ασύδοτος παντού και πάντοτε ο Νικολός εταξίδευε όπως προανέφερα, ως πρίγκηπας, όπως είχε αυτονομασθεί με όλα τα πολεμικά καράβια γιατί το πολεμικό Ναυτικό ήταν ο έρως του κι'οι αξιωματικοί του Π. Ναυτικού απ'τον Ναύαρχο, ως το σημαιοφόρο η αδυναμία του. Δωρεάν επίσης ταξίδευε , όπως ανέφερα και προηγούμενα, με τ'ανδριώτικα φορτηγά και σε πρώτη πάντα θέση, μ'όλα τα επιβατικά της ακτοπλοίας της Ελλάδος πλοία, (όπως προανέφερα).
Γνωστότατος επαναλαμβάνω σ'όλη την Αθηναϊκή αριστοκρατία της εποχής του ήταν παντού ευπρόσδεκτος και δεν μπορούσε να νοηθή τελετή, χορός, γάμος, βαφτίσια, γλέντι, κι'ιδίως τραπέζι, στο οποίο να μην ήταν παρών κι'ο Νικολός, άλλοτε προσκεκλημένος και κάποτε, όμως, ακάλεστος κι'αυτόκλητος.
Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές γι'αυτόν, απ'τ'αριστοκρατικώτερου κέντρου και σαλονιού μέχρι της τελευταίας λαϊκής ταβέρνας, όπου σπάταλα σκορπούσε την ευθυμίαν και κέφι με τους έξυπνους και χιουμοριστικούς στίχους του. Γιατί ο Νικολός δεν ανήκε, όπως ξανά ανέφερα, στους πεσσιμίστας εκείνους στιχοπλόκους που σκορπίζουν την ανία γύρω τους και την μελαγχολία.
Ο μεγαλύτερος κι'επικινδυνοδέστατος εχθρός του ήταν γενικά η "μαρίδα" κι'ιδίως η Στενιώτικη, η οποία παίρνοντας τον από πίσω του φώναζαν: "Νικολός εκ του προχείρου π'έχει μορφήν του χοίρου."
Και στ'άκουσμα του δίστιχου αυτού εφρενίαζε κυριολεκτικά ο μακαρίτης ο Νικολός. Μα εκτός απ'τα σμήνη αυτά του δορυφόρου παιδόκοσμου και πολλοί άλλοι μεγάλοι και σοβαροί ακόμη, ένιωθαν πολλές φορές απαραίτητη την ανάγκη να τον πειράξουν μόνον και μόνο για ν'ακούσουν το έμμετρο κι'έξυπνο υβρεολόγιο   του,   που   έδειχνε   μια   αξιοθαύμαστη   πραγματικά   ετοιμότητα πνεύματος.
Είχε γίνει όμως ο Νικολός και τ'αληθινό φόβητρο της κοινωνίας της εποχής του, γιατί δεν άφηνε να πέραση κανένα σχεδόν γεγονός χωρίς να το σατυρίση, προσδίδοντας πολλές φορές, σ'αυτή του την εύθυμη και άκακη σάτυρά του, κάποια ευρύτητα και καθολικότητα. Κι'είχε την πεποίθησι πως έτσι μόνον θα διόρθωνε την κοινωνία.
«Τριάντα-δύο ολόκληρα χρόνια πέρασαν» γράφει ο αείμνηστος Μιχάλης Βασιλόπουλος «απ'τον τραγικό κι'αναπάντεχο χαμό του, για τον οποίον έγραψαν τότε όλες σχεδόν οι Αθηναϊκές εφημερίδες και πρώτη-πρώτη η ΕΣΤΙΑ της 11.9.23. Μα το γεγονός ότι ύστερα από τόσα χρόνια βρίσκονται άνθρωποι πολλοί, που μέσα απ'του υποσυνείδητου τα βάθη, ανακαλούν συχνότατα, όχι μονάχα στίχους μα ολόκληρα ποιήματα του Νικολού, αποδεικνύει περίτρανα πόσο δημοφιλής κι'αξιαγάπητος υπήρξε ο αλησμόνητος εκείνος λαϊκός ποιητής και πόσο εκείνα του τα ποιήματα είχαν μιλήσει μέσα στις ψυχές των συγχρόνων του, που είχαν την ευτυχία να τ'ακούσουν απ'το ίδιο του το στόμα».

Συμπληρωματικώς θέλω να τονίσω ότι όλο αυτό το έμμετρο υλικό που δημοσιεύομε, αποτελεί ένα μέρος, αρκετά μεγάλο, βέβαια, από τα ποιήματα, που είχε απαγγείλει και είχε γράψει ο Νικολός και που βρήκαμε στο αρχείο του, αλλά όχι βέβαια το συνολικόν έργον. Πρώτον, διότι δεν κατωρθώσαμε και ο αδελφός μου μακαρίτης Μιχάλης Βασιλόπουλος, κι'εγώ, ένα μέρος λόγω του ότι ήταν κακογραμμένο, δεν κατωρθώσαμε επαναλαμβάνω να το ξεκαθαρίσωμε. Να το διαβάσωμε.
Δεύτερον, διότι ένα μέρος, όπως και ο ίδιος είχε αποκαλύψει, επανειλημμένως, του το κατέστρεψαν, του το έσχισαν, ίσως για να τον πειράξουν ή ίσως, διότι ωρισμένοι άνθρωποι που τους σατύριζε και εθίγοντο, για ευνόητους λόγους και συγκεκριμένως, για να μην παραμείνουν τα γραπτά που ανεφέροντο στο πρόσωπο τους.
Και τρίτον, διότι δεν μπορέσαμε, αρκετό υλικό, έμμετρο βέβαια, να το συγκεντρώσωμε, διότι τα απήγγειλε εκτός της Άνδρου, στη Τήνο, τη Σύρο, στον Πειραιά, την Κρήτη, τα Επτάνησα, Δωδεκάνησα και σ'όλη την Ελλάδα και δεν τα είχε όλα γράψει. Ο ίδιος έλεγε ότι του τα κατέστρεψαν φίλοι του και συγγενείς του. Προσωπικώς, μάλλον, το αποκλείω.
Κλείνοντας έχω να πω ότι ο αξέχαστος Νικολός υπήρξε πράγματι ένας Πανελλήνιος στιχοπλόκος, βέβαια, πάρα πολύ έξυπνος και λίαν αγαπητός και πολύ ταλαντούχος στο είδος του. Βεβαίως έπασχε από μίαν μορφήν σχιζοφρένειας.
Επ'ευκαιρία θα ήθελα, λόγω της ιδιότητος μου (σαν γιατρός) και που έχω κάπως ασχοληθεί με την ψυχιατρικήν και που ενώ ο ΝΙΚΟΛΟΣ, είχε γίνει με τον γνωστό τύπον του πασίγνωστος ανά το πανελλήνιον, κρίνοντας τον ψυχιατρικώς, να εκφέρω και να διατυπώσω την ψυχιατρικήν άποψι και γνώμην μου σχετικά με το αν ο Νικολός ήταν ψυχοπαθής και αν ναι, τι μορφή ψυχοπάθειας ενεφάνιζε.
Προεισαγωγικώς θα ήθελα (προς σχετικήν κατατόπισιν και σχετικήν ενημέρωσιν του αναγνώστη) να περιγράψω με λίγα λόγια, αλλά ουσιώδη, πως εννοεί η ψυχιατρική την νόσον που λέγεται σχιζοφρένεια:

Σχιζοφρένεια
Σχιζοφρένεια (ετυμολογία): από το = σχίζω τας φρένας.
Σήμερα, παραδέχονται, ότι η σχιζοφρένεια εκδηλώνεται:
1ον) Με διαστρέβλωσι της πραγματικότητος.
2ον) Με Αποδιοργάνωσι σκέψεως.
3ον) Με Αδυναμία ελέγχου της συμπεριφοράς.
4ον) Με Παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις (οι οποίες είναι ενοχλητικές -
        και εξουθενώνουν τον πάσχοντα). Και
5ον) Με διαταραχή για απροσφορότητα συναισθήματος.

Επίσης παραδέχονται ότι υπάρχει κάποιας μορφής (διαταραχή στον μεταβολισμό των νευροδιαβιβαστών ουσιών, που μεταφέρονται από το ένα νευρικό κύτταρο στο άλλο,
-- Όπως, λοιπόν προκύπτει από τον ειρμό που, αδιαμφισβήτητα, υπάρχει εις τα ποιήματα του, δεν είχε αποδιοργάνωσι (κατά την ψυχιατρικήν φρασεολογίαν) αποδιοργάνωσι, το επαναλαμβάνω, σκέψεως και επομένως θα ήταν, απόφασι "ελαφρά τη καρδία" χωρίς την αποδιοργάνωσι σκέψεως (επαναλαμβάνω) να τον εντάξωμε στους κλασσικούς και αδιαμφισβήτητους σχιζοφρενείς, δεδομένου ότι δεν είχε και διαταραχή και απροσφορότητα συναισθήματος.
-- Επίσης ουδέποτε και σε ουδένα παραπονέθηκε (και στα ποιήματα του, τα πάμπολλα) ότι πάσχει από παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις. Είχε μόνον "παραλήρημα Βοναρπατικού μεγαλείου".
-- Είχε σαφή και ακριβή αντίληψι της πραγματικότητος. Από την στροφήν "τσάμπα με ταΐζουνε, τσάμπα με κοιμίζουνε και τρελλό ας με νομίζουνε" διερωτώμεθα μήπως επρόκειτο για ένα πανέξυπνο άνθρωπο που "πουλούσε τρέλλα για να προσποιηθή για να κερδίση δια οφέλη" που όντως προσκτούσε; Βεβαίως, χωρίς αμφιβολίαν, έπασχε ψυχικά. Είχε τρέλλα μετρημένη, με το δράμι ζυγισμένη, όπως έλεγε και ο ίδιος.
Αλησμόνητε και άκακε ΝΙΚΟΛΟ.
Υπήρξες, πίστεψε με, πολύ πιο έξυπνος και πολύ πιο ευτυχισμένος, ίσως, από τους αναρίθμητους πνευματώδεις και λογικοποιημένους Έλληνας, που γελούσαν και διασκέδαζαν μαζί σου στο διάστημα της επίγειας τροχιάς σου.
Με την όμορφη και πρωτότυπη αυτή λόξα σου, απόλαυσες μακαριώτατα όλες ανεξαιρέτως τις συγκινήσεις, μα και τις ψευδαισθήσεις του ποιητή και του πρίγκηπα συγχρόνως.
Είχε, φαίνεται, απόλυτα δίκιο ο μακαρίτης μεγάλος Βίκτωρ Ουγκώ, όταν έλεγε πως ο άνθρωπος είναι πραγματικά ευτυχισμένος ή πριν απόκτηση το λογικό του ή όταν το χάση.
Το είχες αρά γε υπ'όψει σου:
ΑΙΩΝΙΑ ΣΟΥ Η ΜΝΗΜΗ Αλησμόνητε Νικολό.
Αιωνία η μνήμη σου αξέχαστε πνευματικέ άνθρωπε Μιχάλη Βασιλόπουλε, γιατί χάρι σε σένα διεσώθη το άφθονο (είπαμε όχι όλο) αυτό ποιητικό υλικό.
Αιωνία σας η μνήμη.

Από το βιβλίο του Τηλέμαχου Ν. Βασιλόπουλου
ΝΙΚΟΛΟΣ Δ. ΠΑΛΑΙΟΚΡΑΣΣΑΣ:   Ο Πανελλήνιος Ποιητής και Στιχουργός, Αθήνα, 1997
Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του πρωτότυπου.