Ειρήνη-Φάνια Παπιδά

Σύντομο βιογραφικό

Χοροστατούσες

Χοροστατούσες με τα πέπλα σου
ν' ανεμίζουν στις αύρες
του ξωτικού σου κορμιού
κι εγώ απόμεινα απολιθωμένος
στ' ακρογιάλι να γεύομαι
του χορού σου τον απόηχο, εκεί
ακριβώς που έσκαζε το πανύψηλο κύμα
και σκορπούσε τις αφρόεσσες σταγόνες
στους πόρους της άδηλης αναπνοής μου.
Από την ποιητική συλλογή "Στήν πύλη των αισθήσεων." 
Γεννήθηκε στην Αθήνα, μεγάλωσε στην Άνδρο, απο οικογένεια ναυτικών. Γεύτηκε απο μικρή την πίκρα και την χαρά της θάλασσας. Ναυτοφυλαδίτισσα και η ίδια, ταξίδεψε για πολύ χρόνο με το σύζυγό της, αξιωματικό του εμπορικού ναυτικού, κι' έζησε απο κοντά την ζωή των ανθρώπων της θάλασσας.
Η γέννηση και η ανατροφή της κόρης της την ανάγκασαν να "ρίξει άγκυρα" και να αποτελειώσει συγχρόνως τις σπουδές της σε ξένες γλώσσες, τις οποίες και εν συνεχεία διδάσκει ιδιωτικά.
   Άρχισε από παιδί να γράφει εμπνεόμενη από θέματα καθημερινής ζωής, που της δημιουργούσαν όμως ερωτήματα κι απορίες. Ωστόσο όλο το υλικό που είχε συσσωρεύσει σε πεζά και ποιήματα βρέθηκε μια μέρα στο βυθό της θάλασσας σε κάποιο Ατλαντικό ναυάγιο. Δεν έχασε παρ` ολ` αυτά το κουράγιο της και ξανάρχισε τελευταία να παρουσιάζει μια ώριμη  και σταθερή πορεία στην ποιήση και στα μονοσέλιδα πεζά. Η θάλασσα, η οικολογία, η ισότητα των φύλων, είναι μερικά απο τα θέματα που ενέπνευσαν την Ειρήνη. Ευαισθητοποιημένη στην πολιτιστική κίνηση του νησιού της, την συναντάμε ιδρύτρια και πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Καπαριάς Άνδρου, παράλληλα, μέλος σε Οικολογικές, Φιλανθρωπικές και Λογοτεχνικές Οργανώσεις της Άνδρου και της Αθήνας. Στις τοπικές εφημερίδες και περιοδικά του νησιού της και άλλων νησιών, βλέπουμε να δημοσιεύονται χαριτωμένα χιουμοριστικά σκίτσα της συνοδευόμενα συχνά κι από κάποιο πεζό η ποιήμα της.
"Η Φάνια", έτσι είναι το ψευδώνυμο της ποιήτριας, έχει στο ενεργητικό της και αρκετές αξιόλογες φιλολογικές εκδρομές - εκδηλώσεις στην Σάριζα - Αποίκια Άνδρου, με οργανώτρια την ίδια.
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές "Ανάδυση", "Στην πύλη των αισθήσεων", και "Πρόσω ολοταχώς".




                                             Ποιήματα
Ηδέως ζην


"Ηδέως ζην και ευ αγωνίζεσθαι"
Στην αλχημεία της ευτυχίας μου
δοκίμαζα τη σοφία της εποχής μου.
Θείος νόμος-Μειονότητες είστε εσείς
που μ' εμποδίζετε στο διαλογισμό μου.
Μην κολακεύετε την έπαρσή σας.
Στην υπέρβαση μου βλέπω καθαρά μες' από
τα φτηνά τζάμια σας τις κρυφές σας επιθυμίες,
απληστία, φιλοδοξία και παράνομο πλουτισμό.
Εγώ Βαβυλώνιος τοξότης
του Περσικού στρατού με τη φαρέτρα μου στόν ώμο, θα σας τοξοβολώ ανηλεώς.

Από την ποιητική συλλογή "Στην πύλη των αισθήσεων"



Άναρχη φυγή

Ζω τα "Εξάρχεια" των αισθήσεων η παραισθήσεων;
Έχω κάνει κατάληψη στο σπίτι μου.
Σφάλισα τις πόρτες και τα παράθυρα.
Μόνο η καπνοδόχη επιτρέπει στα τρωκτικά
να έχουν επικοινωνία με το σώμα μου.
Μήν ασχολείστε πια μαζί μου,
θα αυτοπυρποληθώ-θα το μάθετε αργότερα.
Θ' αφήσω σημείωμα-είμαι σίγουρος ότι διψάτε
για REALITY SHOW-
Σας αγαπώ-σας μισώ-σας χλευάζω-σας λυπάμαι-

Σας αφήνω- θα σας θυμάμαι με ανάμικτα
αισθήματα. Είμαι άοπλος, ακίνδυνος, μη με φοβάστε.
Θά σας παραδώσω μόνο το σώμα μου.
Η ψυχή, μου ανήκει-θα την δωρίσω
στο δικό μου θεό, όχι στο δικό σας.
..................................................................
Προσέξτε το βιολί μου, μην το εγγίζετε,
θα σας μιλήσει μόνο του-θα σας πει την ιστορία μου-
με το άναρχο δοξάρι του.
Θα σας αποχαιρετήσει μ' ένα ρέκβιεμ του Μότσαρτ.

Από την ποιητική συλλογή "Στην πύλη των αισθήσεων"


Φάροι της άγριας νύχτας

Αυτή την ώρα την εσπερινή,
που τήκεται το μίσος του κόσμου
σε καημούς και αναστενάρια
για το χάσιμο μιας αλησμόνητης
νεράιδας, τότε εγώ στητός στο
κατάστρωμα του φορτηγού, ψάχνω
με τα κιάλια να διακρίνω εκείνο
το φανάρι που εκτινάζει κίτρινες
λάμψεις μέσα στην πληγωμένη μου
ελπίδα-Είναι ο Φάρος ο δικός μου,
κτισμένος στην κυματόθραυστη μύτη
ενός απότομου βράχου σπαρμένου
καταμεσίς του πέλαου-είναι η σπίθα που
με κρατά ζωντανό ώσπου να φτάσω στο νησί μου.
Ας είναι ευλογημένοι όλοι οι φάροι
της άγριας νύχτας στίς πούντες.

Από την ποιητική συλλογή "Πρόσω ολοταχώς"


ΔΙΚΟΙ ΣΟΥ ΟΙ ΦΑΡΟΙ

Αμφίδρομη στο χώρο μου η εικόνα Σου, Κύριε.
Σκηνοθετώ την παρουσία Σου στο θώπευμα μιας ελπίδας.
Οι ισορροπίες μου επισφαλείς - επλήγησαν οι χορδές μου.
Εκρηκτικό μίγμα δραστικής κενότητας την ψυχή μου περιζώνει.
Εκποιείται σε μια ακροτελεύτια κραυγή η πνοή μου,
κι εναποθέτω την τέφρα της από την καύση της ματαιότητας
στη σπίθα της ελπίδας.
Ρήγματα και ρύποι με κατακλύζουν
και υποθηκεύουν το επίγειο μέλλον μου. Κι εγώ μόνο
συμβολικά καταφέρνω να διαμαρτυρηθώ
για τον αφανισμό του λαού Σου. Απλός θεατής της ηλιότροπης
διαφάνειας. Ενεργός ή μήπως πλαστός οφθαλμοθήρας
του σκοτεινού παραθύρου;
Ω, του θαύματος... τη στιγμή της γέννησής Σου καρτερώ.
την ταπεινή μου υπόκλιση απ' την ατίθαση και μάταιη πτήση μου,
σε Σένα τάζω. Φως και σκιές, λυγερόκορμες αντιστάσεις
μιας ζωής στην Έλευση Σου προσφέρω. Συλλέγω το χρυσάφι
τ' ουρανού απ' τα σελαγίσματα των αστεριών και
τ' αποθέτω στην άσπιλη Φάτνη Σου. Δικοί σου οι φάροι
που με φωτίζουν. Οδηγοί έμπειροι και σοφοί:
αυτάρκεια και σοφία τα δώρα Σου. Ξεκάθαρη αυγή το βλέμμα Σου.
Ημαρτημένη η αθώωσής μου Κύριε...

Η ΑΛΩΣΗ

Η Αρμονία στο χρόνο αντέχει,
κι απ΄ το σαθρό επι-φαίνεσθε
τα ερείπια ανθίζουν,
το χώμα μοσχοβολά . . . . .

Εισχωρώ στις ρίζες μου
κι ανιχνεύω τον ήλιο
τη λαμπρή συνέχεια στις φυλλωσιές μου.
Αισιόδοξα μηνύματα
τιττιβίζουν στις λόχμες μου.

Σεμνοί νεαροί ερευνητές,
σκύβουν πάνω μου κι αποστηθίζουν
παραινέσεις προς συνείδηση.

Την ποθητή Άλωση της Πόλης
ποιος ευχήθηκε;
ποιος ονειρεύτηκε τα λάφυρα;
ψευδέστατος όστις λέγει την αλήθεια.
Μην τους πιστεύετε, όλοι τους
ΠΟΘΟΥΝ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ.
ΣΤΑΘΜΟΣ ΤΡΕΝΟΥ

Σήμερα έβρεξε, έβρεξε πολύ.
Το τρένο δεν σταμάτησε, χάθηκε στην ομίχλη.
Σφύριξε από μακριά, αδιάφορα, μικρόψυχα,
και ξέφυγε σαν το φονιά στη σήραγγα,
με μια βοή που σκόρπιζε τη θλίψη.
Άσχημο, απαίσιο ερπετό,
γλίστρησες χωρίς να πεις ADIO.

Ο δρόμος γέμισε νερά,
κόλλησαν τα πόδια μου τα δύο
μες στη λάσπη,
μα αυτήνε που περίμενα, μετάνιωσε,
δεν θάρθει.

Άλλο ένα τρένο πέρασε και χάθηκε μεμιάς.
Τι νόημα έχει πια;
άλλη μια μέρα χτες.

Βρεγμένος στέκομαι ώρα πολλή στη βαρυχειμωνιά,
λουλούδια να κρατώ και να κοιτώ τις πόρτες
μην κατεβεί καμιά
και με ρωτήσει "θες; δεν ήτανε να κατεβώ" θα πει,
"μα σ' είδα που κοιτούσες -
μόνη εγώ, μόνος κι εσύ,
τι Άλλο να ζητούσες;"
"Τον ΕΡΩΤΑ εζήταγα", της απαντώ σκληρά.
Κι' όμως, παρά τους δισταγμούς,
της δίνω τα λουλούδια μου.
"Μην τάχα δεν περίμενε, εσκέφτηκα, κι' αυτή,
μιαν άλλη αγάπη πούχασε σε τρένο, σε σταθμούς;"
TΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ

Χάνουμε τη ζωή μας χαρούμενα.
φτάνει να μη μιλάμε γι’ αυτό.
η ουσία της ζωής αποκαλύπτεται στη σιωπή.
τα πάθη λιγοστεύουν με το χρόνο,
η αγάπη συρρικνώνεται κι αυτή.
------------------------------------------
την ψυχή μας καμιά χυδαιότητα δεν τη σπιλώνει,
είν’ αγνή, είναι γυμνή, βιοτική.
από κανέναν υβριστή δεν κινδυνεύει,
μόν’ ο Μεγάλος Αδερφός την εποπτεύει.
βγαίνει κρυφά και περπατεί κάτω απ’ τ’ αστέρια,
κάτω απ’ τα δένδρα λεύτερη χορεύει,
μηνύματα στους πονεμένους στέλνει     περιστέρια.
-------------------------------------------
στον ξέφρενο χορό της αεροζυγιάζονται
μελισσολόι οι σκλαβωμένοι  ,
κι’ αυτή αυτιάζεται γδυτή μεσ’ την αστροφεγγιά,
τ’ ατέλειωτο της μοναξιάς τους μοιρολόι.

                                                
                                                      Ιαν. 2009