Ιωάννης Πολέμης

Σύντομο Βιογραφικό

Η οικογένεια του, βυζαντινής καταγωγής, εγκαταστάθηκε στην Άνδρο από πολύ παλιά. Ο Π. Πασχάλης στην ιστορία της Άνδρου αναφέρει τον Λεονάρδο Πολέμη και τον νεότερο ξάδερφο του Δημήτριο που κατέλαβαν το αξίωμα του κοτζαμπάση πολλές φορές. Στην ίδια οικογένεια ανήκει και ο αρχιεπίσκοπος Τήνου και κατόπιν Φαρσάλων Μακάριος καθώς και ο Μιχαήλ Πολέμης, που ήταν πληρεξούσιος της Άνδρου στην Ε' εθνική συνέλευση στο Άργος, και αργότερα στο Ναύπλιο.
Ο Ι. Πολέμης, τελευταίος απόγονος της οικογένειας, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1862.  Θεωρήθηκε πρώιμη ποιητική ιδιοφυία αφού άρχισε να γράφει από 13 ετών. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και αισθητική στο Παρίσι. Εκτός από ποίηση έγραψε και θεατρικά έργα. Το 1918 τιμήθηκε με το αριστείο γραμμάτων για την ποιητική του συλλογή "σπασμένα μάρμαρα". Κέρδισε πολλές διακρίσεις σε ποιητικούς και θεατρικούς διαγωνισμούς. Ίδρυσε την Εταιρεία Θεατρικών Συγγραφέων και εξελέγη πρώτος της πρόεδρος. Ήταν ποιητής χαμηλών τόνων και κυρίως τον απασχόλησε ο έρωτας. Υπήρξε εργατικός, πολύ παραγωγικός, ευαίσθητος, ερωτικός και τρυφερός. Έγραψε ποίηση  σε γλώσσα κατανοητή,  κάποτε διδακτική - πατριωτική - ηθικοπλαστική και κάποτε με ρομαντικό επίχρισμα. Είχε μία αξιοσημείωτη μετρική άνεση, και τα θέματα του ήταν διατυπωμένα κατά κανόνα με απλό τρόπο πράγμα που τα έκανε αγαπητά στους συγχρόνους του. Η συλλογή το παλιό βιολί (1909) εκδόθηκε πολλές φορές και πολλά ποιήματα του μελοποιήθηκαν και έγιναν πολύ γνωστά τραγούδια. Ο Πολέμης χρησιμοποίησε στην ποίηση του καθώς και στην θεατρική του παραγωγή στοιχεία από την δημοτική ποίηση και παράδοση. Σε γνωστή λαϊκή παράδοση βασίζεται και το πιο γνωστό του δράμα "Ο βασιλιάς Ανήλιαγος" που ερμήνευσε στην σκηνή η Μαρίκα Κοτοπούλη. Έμεινε -λόγω της γλώσσας που χρησιμοποίησε- ως το δημοτικό αντίστοιχο του ρομαντισμού, με τον Α. Παράσχο, γι' αυτό το λόγο συγκαταλέγεται πολλές φορές μεταξύ αυτών πού ανανέωσαν την ελληνική ποίηση την δεκαετία του 1880: Τον Παλαμά, τον Νίκο Καμπάνη και τον Δροσίνη. Πέθανε στην Αθήνα το 1924 και μ' έρανο των αναγνωστών του περιοδικού "ΔΙΑΠΛΑΣΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΩΝ" στήθηκε η προτομή του στο Ζάππειο. Στους περισσότερους από εμάς τα ποιήματα του φέρνουν στο μυαλό στιγμές από την ιστορία μας, καθώς και έντονες αναμνήσεις από τα παιδικά μας χρόνια.





ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΙΟΛΙ


Άκουσε τ΄ απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι του μια ψυχή λαλεί
με τ΄ αχνά κι' απάρθενα της αγάπης χείλη.

Και τ' αηδόνι τ' άγρυπνο και το ζηλευτό
ζήλεψε κι εσώπασε κι έσκυψε κι εστάθη
για να δει περήφανο τι πουλί ειν' αυτό
που τα λέει γλυκύτερα της καρδιάς τα πάθη.

Ως κι ο γκιώνης τ' άχαρο, το δειλό πουλί,
με λαχτάρ' απόκρυφη τα φτερά τινάζει
και σωπαίνει ακούγοντας το παλιό βιολί,
για να μάθει ο δύστυχος πως ν` αναστενάζει.

Τι κι αν τρώει το ξύλο του το σαράκι; τι
κι αν περνούν αγύριστοι χρόνοι κι άλλοι χρόνοι;
Πιο γλυκιά και πιο όμορφη και πιο δυνατή
η φωνή του γίνεται, όσο αυτό παλιώνει.

Ειμ` εγώ τ' απόκοσμο το παλιό βιολί
μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά του Απρίλη
στο παλιό κουφάρι μου μια ψυχή λαλεί
με της πρώτης νιότης μου τα δροσάτα χείλη.

Τι κι αν τρώει τα σπλάχνα μου το σαράκι; τι
κι αν βαδίζω αγύριστα χρόνο με τον χρόνο;
Πιο γλυκιά πιο όμορφη και πιο δυνατή
γίνεται η αγάπη μου, όσο εγώ παλιώνω.


ΣΚΛΑΒΙΑ


Βλέπω στ' αντικρινό μου παραθύρι
όσες φορές το μάτι μου στραφεί
μια γλάστρα στο πλατύ του ακουμπιστήρι
κι ένα κλουβί ψηλά στην κορυφή.

Στη γλάστρα ανθοβολούν χιονάτοι κρίνοι
κι αργοσαλεύουν φύλλα σπαθωτά
και στο κλουβί κλεισμένο καναρίνι
γλυκολαλεί κι ανήσυχο πετά.

Βλέπω το καναρίνι και τους κρίνους
κι άθελα νιώθω λύπη στην καρδιά.
Παίρνω τα κελαδήματα για θρήνους,
παίρνω για στεναγμούς την ευωδιά.

Φαντάζομαι στους κήπους τ΄άνθη τ' άλλα
ελεύθερα ν΄ ανθίζουν, να μαδούν,
τα' άλλα πουλιά στα δένδρα τα μεγάλα
ασκλάβωτα, τρελά να κελαδούν.

Φαντάζομαι και θλίβομαι κι ακόμα
νοιώθω, πως ειν` απάνθρωπη σκλαβιά
για τ' άνθη οι γλάστρες με το λίγο χώμα,
για τα πουλιά τα ολόκλειστα κλουβιά.


ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ


Απ' έξω μαυροφόρ' απελπισιά,
πικρής σκλαβιάς χειροπιαστό σκοτάδι,
και μέσα στη θολόκτιστη εκκλησιά,
στην εκκλησιά, που παίρνει κάθε βράδυ
την όψη του σχολειού,
το φοβισμένο φως του καντηλιού
τρεμάμενο τα ονείρατα αναδεύει,
και γύρω τα σκλαβόπουλα μαζεύει.

Εκεί καταδιωγμένη κατοικεί
του σκλάβου η αλυσόδετη πατρίδα,
βραχνά ο παπάς, ο δάσκαλος εκεί
θεριεύει την αποσταμένη ελπίδα
με λόγια μαγικά,
εκεί η ψυχή πικρότερο αγροικά
τον πόνο της σκλαβιάς της, εκεί βλέπει
τι έχασε, τι είχε, τι της πρέπει.

Κι απ' την εικόνα του Χριστού ψηλά,
που εβούβανε τα στόματα των πλάνων,
και ρίχνει και συντρίβει και κυλά
στην άβυσσο τους θρόνους των τυράννων,
κι από την σιγαλιά,
που δένει στο λαιμό πνιγμού θηλιά,
κι απ' των προγόνων τ' άφθαρτα βιβλία,
που δείχνουν τα πανάρχαια μεγαλεία,

ένας ψαλμός ακούγεται βαθύς
σα μελωδίες ενός κόσμου άλλου,
κι ανατριχιάζει ακούγοντας καθείς
προφητικά τα λόγια του δασκάλου
με μια φωνή βαριά.
«Μη σκιάζεστε στα σκότη! Η λευθεριά
σαν της αυγής το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει».


Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΑΝΝΑΣ


Μισεύεις για την ξενητιά και μένω μοναχή μου
σύρε παιδί μου στο καλό και σύρε στην ευχή μου.
Τριανταφυλλένια η στράτα σου, κρινοσπαρμένοι οι
δρόμοι,
για χάρη σου ν' ανθοβολούν και τα λιθάρια ακόμη.

Τα δάκρυά μου να γεννούν διαμάντια σ' ό,τι αγγίζεις
και το ποτήρι της χαράς ποτέ να μη στραγγίζεις.
Να πίνεις και να ξεδιψάς και να' ν' αυτό γεμάτο,
σα να 'ναι η βρύση από ψηλά κι εσύ να 'σαι
αποκάτω.

Εκεί, παιδί μου, που θα πας, στα μακρινά τα ξένα,
δίχτυα πολλά κι οξόβεργες θα στήσουνε για σένα.
Παιδί μου αν εμένανε πάψεις να με θυμάσαι,
με δίχως βαρυγγόμηση συχωρεμένος να 'σαι.

Κι αν πάλι το φτωχό καλύβι μας ντροπή σου φέρνει,
ωστόσο
Και πάλι θα 'μαι πρόθυμη, συχώρεση να δώσω.
Μ΄ αν την πατρίδα απαρνηθείς που τη λατρεύουμε
όλοι,
να 'ναι η ζωή σου όπου κι αν πας αγκάθια και
τριβόλοι.


ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ


Τι είναι η πατρίδα μας; Μην είν' οι κάμποι;
Μην είναι τ΄ άσπαρτα ψηλά βουνά;
Μην είναι ο ήλιος της, που χρυσολάμπει;
Μην είναι τ' άστρα της τα φωτεινά;

Μην είναι κάθε της ρηχό ακρογιάλι
και κάθε χώρα της με τα χωριά;
κάθε νησάκι της που αχνά προβάλλει;
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;

Μην είναι τάχατε τα ερειπωμένα
αρχαία μνημεία της χρυσή στολή
που η τέχνη εφόρεσε και το καθένα
μια δόξα αθάνατη αντιλαλεί;

Όλα πατρίδα μας! κι αυτά κι εκείνα,
και κάτι πού `χουμε μες την καρδιά
και λάμπει αθώρητο σαν ήλιου αχτίνα
και κράζει μέσα μας: Εμπρός παιδιά!


Η ΣΗΜΑΙΑ


Πάντα κι όπου σ` αντικρίζω,
με λαχτάρα σταματώ,
υπερήφανα δακρύζω,
ταπεινά σε χαιρετώ.

Δόξα αθάνατη στολίζει
κάθε θεία σου πτυχή
και μαζί σου φτερουγίζει
της πατρίδος η ψυχή.

Όταν ξάφνου σε χαϊδεύει
τ` αγεράκι τ` αλαφρό,
μοιάζεις κύμα, που σαλεύει
με χιονόλευκον αφρό.

Κι ο σταυρός που λαμπυρίζει
στην ψηλή σου κορυφή,
ειν` ο φάρος που φωτίζει
μιαν ελπίδα μας κρυφή.

Σε θωρώ κι αναθαρρεύω
και τα χέρια μου χτυπώ,
σαν αγία σε λατρεύω,
σα μητέρα σ` αγαπώ.

Κι απ` τα στήθη μου ανεβαίνει
μια χαρούμενη φωνή:
«Να 'σαι πάντα δοξασμένη,
ω Σημαία γαλανή!»


ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ


--Παπά, μια κόρη αγάπησα
και μ' αγαπούσε σαν τρελή
μια μέρα την αγκάλιασα,
πήρα το πρώτο της φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;

--Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να` σαι.

--Μια μέρα εκείνη ερίχτηκε
στην αγκαλιά μου ντροπαλή,
κι αμάρτησα κι αμάρτησε
όχι μονάχα με φιλί.
Παπά τι συλλογάσαι;

--Αν την αγάπησες πολύ,
συχωρεμένος να' σαι.

--Μια μέρα την παράτησα
την όμορφην αμαρτωλή
και δεν της ξαναζήτησα
μητ` αγκαλιά μήτε φιλί.
Παπά, τι συλλογάσαι;

--Δεν την αγάπησες πολύ,
καταραμένος να` σαι.


        ΧΑΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ

Αχ! και να γύριζαν, να 'ρχονταν πίσω
τα χρόνια που έζησα πριν σ' αγαπήσω!
Χρόνια αμνημόνευτα σα να 'ταν ξένα
τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα.
Ποτάμι που 'τρεξε μες σε λιθάρια
και δεν επότισε μηδέ χορτάρια,
κι η γη το ρούφηξε στ' άφωτα βάθη
κι ως και το χνάρι του για πάντα 'χάθει.

Αχ! και να γύριζαν να διπλοζήσω
αγάπη αδιάκοπη να σου χαρίσω
Και να 'σαι η πρώτη μου, εσύ η στερνή μου
από τη γέννα μου, ως τη θανή μου

Μισή σου χάρισα ζωή μονάχα!
Ζωές αμέτρητες ήθελα να 'χα,
έτσι όπως πρέπει σου να σ' αγαπήσω...
Αχ! και να γύριζαν τα χρόνια πίσω!


ΤΑ ΖΩΑ

Ποτέ δε θα πειράξω
τα ζώα τα καημένα,
μην τάχα σαν εμένα
κι εκείνα δεν πονούν;
Θα τα χαϊδεύω πάντα,
προστάτης τους θα γίνω.
Ποτέ δε θα τ' αφήνω
στους δρόμους να πεινούν.
Ακόμα κι όταν βλέπω
πως τα παιδεύουν άλλοι,
εγώ θα τρέχω πάλι
με θάρρος σταθερό,
θα προσπαθώ με χάδια
τον πόνο τους να γιάνω
κι ό,τι μπορώ θα κάνω
να τα παρηγορώ.

ΚΑΡΥΑΤΙΔΕΣ

Μπροστά στις Καρυάτιδες, τις μαρμαρένιες κόρες,
σταθήκαμε θαυμάζοντας κι οι δυο μας ώρες κι ώρες.
Ακίνητα τα μάτια σου έδειχναν κάποια λύπη
για κείνη που μας έκλεψαν κι από τις άλλες λείπει,
στη ξενιτιά, στην σκοτεινιά, στα πέρατα του κόσμου.
Μα εγώ τις έβρισκα σωστές, όλες σωστές εμπρός μου
κι έλεγα πως θα γύρισε κι εκείνη από τα ξένα
γιατί μετρούσα, αγάπη μου, μαζί μ' αυτές και σένα.


Η ΛΕΥΚΑ

Τη θυμάσαι τη λεύκα μας; Παιγνιδιάρα στην αύρα
φιλικά μας προστάτευεν απ' του ήλιου τη λαύρα,
και με χάρη σαλεύοντας τη ψηλή κορυφή της
εψιθύριζε πρόσχαρη τη χαρά τη κρυφή της
και σκορπούσε το γέλιο της στους φραγμούς και στ' αμπέλια.

Γιατί τότ' αποκρίνονταν στα δικά σου τα γέλια.

Χθες επέρασα μόνος μου -τι δε κάνουν τα χρόνια!-
βασιλεύει τριγύρω της ερημιά, καταφρόνια!
Κι η θεόρατη λεύκα μας, που τον πόνο μου ξέρει,
με μια θλίψη παράξενη ψιθυρίζει στ' αγέρι
και σκορπά το παράπονο μες στου ήλιου το κάμα...

Γιατί τώρ' αποκρίνεται στο δικό μου το κλάμα.


ΜΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ...

Με το τραγούδι ορμούν, λογχίζουν, στρώνουνε
κορμιά βαρβάρων οι ήρωες εκείνοι.
Ένα τραγούδι είν' η ζωή τους σήμερα
κι η νίκη τους ένα τραγούδι θ' απομείνει.

Με το τραγούδι ορμούν, λογχίζουν, πέφτουνε
κορμιά μαρτύρων, οι ήρωες εκείνοι.
Ένα τραγούδι είναι γι' αυτούς ο θάνατος
κι η μνήμη των ένα τραγούδι θ' απομείνει.

             
ΝΕΡΩΜΕΝΟ ΚΡΑΣΙ

Ό,τι κι αν είχε το 'χασε: γυναίκα, βιός, παιδιά του,
τίποτε δε τ' απόμεινε στερνή παρηγοριά.
Πέταξ' η έννοια από το νου κι η ελπίδα απ' τη καρδιά του
κι η υπομονή μαρμάρωσε στα στήθη του βαριά.
Όπως τα λείψανα περνούν, περνά αργά ο καιρός του
και ζει, δίχως ο δύστυχος να ξέρει το γιατί.
Μες στη ταβέρνα ολημερίς με το ποτήρι μπρος του
του κάκου κει κι ανώφελα τη λησμονιά ζητεί.
«Καταραμένε κάπελα και κλέφτη ταβερνιάρη,
τι το νερώνεις το κρασί και πίνω απ' το ξανθό
και πίνω κι απ' το κόκκινο κι από το γιοματάρι
κι από το σώσμα το τραχύ, πίνω και δε μεθώ;
Δεν ήρθα για ξεφάντωμα μήτε για πανηγύρι,
ήρθα να βρω τη λησμονιά στο θάνατο κοντά...»
Κι ο κάπελας, γεμίζοντας και πάλι το ποτήρι,
με θλιβερό περίγελο στα λόγια, του απαντά:
«Τι φταίω 'γω αν τα δάκρυα, π' απελπισμένος χύνεις,
πέφτουνε στο ποτήρι σου, σταλαματιές θολές,
και το νερώνουν το κρασί κι αδύνατο το πίνεις;
Τι φταίω 'γω κι αν δε μεθάς, τι φταίω 'γω κι αν κλαις;»


ΓΙΑΤΙ ΑΓΡΥΠΝΩ

Δυό γλυκά ματάκια, μάτια ζαφειρένια,
μ' άνοιξαν πληγή·
κι' αγρυπνώ απ τον πόνο κι αγρυπνώ απ την έννοια
κι απ' τη συλλογή.
Της νυχτός η πάχνη χάνεται κι' εκείνη
όμοια με καπνό·
η αυγή προβάλλει, το φεγγάρι σβήνει,
κι' όμως αγρυπνώ.
Αγρυπνώ την ώρα που κρυφοφιλιούνται
τ' άστρα ζηλευτά,
αγρυπνώ την ώρα που γλυκοκοιμούνται
τα ματάκια αυτά.
Τίνος είν' τα μάτια; Μη ρωτάς εμένα,
κόρη ευγενική·
σύρε στον καθρέπτη και ζωγραφισμένα
θα τα δής εκεί.


ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ

Μην κλαις, μη λες πως τίποτα δε σου 'μειν' εδώ πέρα.
Σου μένει, απάνω στα βουνά, το πέρασμα της μπόρας,
σου μένει η χαραυγή μακριά στο πέλαγο κι η μέρα
κάτω στον κάμπο κι οι ελιές και το βουητό της χώρας.
Σου μένει ακόμα το φτωχό, τ' απάνεμο ακρογιάλι,
που, σα βραδιάζει, μέσα του πέφτουν τα βράχια, οι μώλοι,
τα σπίτια, ο γέρος ο ψαράς που λάμνει αγάλι-αγάλι.
Μην κλαις! Σου μένει εκεί -για ιδές!- όλ' η ζωή μας. Όλη.
Σου μένει εκεί με τη βουβή κι αθώα της γαλήνη,
με τη γλυκοχαμόγελη, την ξένοιαστη ομορφιά της,
με τη σκιά της, τη σκιά που αρχίζει να τη σβήνει
σιγά-σιγά το σούρουπο και της νυχτιάς ο μπάτης...



Η ΠΑΙΔΟΥΛΑ

Έλαμπ' η δροσούλα ανάλαφρη
στης αυγής τον ήλιο αγνάντια
και τον κήπο εμυριοστόλιζε
με τρεμάμενα διαμάντια.
Κι' όλ' οι ανθοί, σαν να τους χάιδευε
λες αθώρητο ένα χέρι,
καμάρωναν κι' αργοσάλευαν
κ' εψιθύριζαν στ' αγέρι:

-"Πού πηγαίνει η κόρη η πρόσχαρη
"με τη νύχτα στα μαλλιά της,
"με τ' αστέρια στα ματάκια της,
"με τα' αηδόνια στη λαλιά της,
"με τα χείλη της, που η μέλισσα
"τα θωρεί κρυφά και θέλει
"ναύρη εκεί -ω ρόδα απάρθενα!-
"Το γλυκύτερο της μέλι;"

Κ' ελαφρά κι' αχνά ανασαίνοντας
αποκρίθηκε τ' αγέρι:
-'Τούτ' η κόρη η γλυκοθόρητη
"που στη γη δεν έχει ταίρι
"πάει με γέλια, πάει μ' ονείρατα,
"πάει με πόθους, πάει τρεχάτη
"απ' την στράτα την ανθόσπαρτη
"στης χαράς τ' ωραίο παλάτι".

Η δροσούλα στάζει ανάλαφρη
και θολή, θολή δεν λάμπει
λες με δάκρυα στολίζονται
όλοι οι κήποι κι' όλοι οι κάμποι...
Κι' όλ' οι ανθοί, σαν να προσπέρασε
άγριο κι' άπονο ένα χέρι,
γέρνουν τη θλιμμένην όψι των
κ' ερωτούν δειλά τ' αγέρι:

-"Πού πηγαίν' η κόρη σήμερα
"με κλεισμένα τα ματάκια της,
"με τα χέρια σταυρωμένα,
"με τα χείλη αχνά κι' αμίλητα
"που τριγύρω των κι' απάνω
"το χαμόγελο εκρυστάλλωσε
"κρύο κι' άχαρο και πλάνο;"

Και πικρά, βαρειά ανασαίνοντας
αποκρίθηκε τ' αγέρι:
-"Τούτ' η κόρη η πολυπόθητη,
"που στη γη δεν είχε ταίρι,
"πάει νυφούλα ανθοστεφάνωτη,
"πάει με το στερνό κρεββάτι
"απ' τη στράτα την αγύριστη
"μέσ' του Χάρου το παλάτι".