Αγάπα με σαν σ` αγαπώ
θέλε με σαν σε θέλω,
γιατί θε νάρθει ένας καιρός
να θες και να μη θέλω.

Άγιος που δε θαυματουργά, σκατένια δόξα έχει.

Αδύνατο `ναι να γενεί χοίρου μαλλί μετάξι
Και του χωριάτη το παιδί νάχει αρχοντιά και τάξη.

Άλλα μου λεν τα χείλη σου
κι άλλα μου λεν οι φίλοι σου.

Αγαπώ, κερά να κλάνεις
μα να μη το παρακάνεις

΄Αλλος αγαπά τον παπά κι` άλλος την παπαδιά.

Αλλού με τρίβεις δέσποτα, κι` αλλού έχω τον πόνο.

Από κακή κολοκυθιά ούτε κολοκυθόσπορο.

πριν πνιγούμε φερ` το ναύλο.

Πότε με τα καρύδια του,
πότε με τον χαλβά του
Ήφερε την καλογριά
εις τα θελήματά του.

Που πάρει χίλια πέρπερα και κακκαβιά γυναίκα,
Τα χίλια πέρπερα κυλάν κι η κακκαβιά του μένει.

Όποιος πεινά
θωρεί ψωμιά,
Κι όποιος διψά πηγάδια,
Κι όποιος δεν έφαγε ποτέ
Φούρνους με παξιμάδια.

Όταν πατήσω στην στεριά
κλάνω μέσα στη βάρκα.

Στην Άνδρο θερίζουν
και στη Τζια αλωνίζουν.

Το Βασιλικό μολύβι δε βουλιά ποτέ του.

Το γάιδαρο δεν τον ρωτάν όταν τον σαμαρώνουν.

Μη γλέπεις τα ποδάρια του τα στραβά, γλέπε που χορεύει ίσια.

Λάδι κορφάτο,
Βούτυρο μεσάτο,
Μέλι πατάτο.

Κουμπάρε τίμα τον παπά, και συ παπά έχε γνώση.

Το κάστανο θέλει κρασί και το καρύδι μέλι
Κ` η όμορφη θέλει φιλί πρωί και μεσημέρι.

Το παιδί σου πάντρεψες;
Ήκαμές το γείτονα
Κι όχι μόνο γείτονα
Μα και μακρογείτονα.

Του μπροστινού το γλίστρημα
του πισινού γεφύρι.

Ας γελούμε κι ας πηδούμε
Για να λεν πως δεν πεινούμε.

Ας με λένε Βοϊβοντίνα
κι ας ψοφώ από την πείνα.

Γάϊδαρο σκουντάς; Πορδιές θ` ακούσεις.

-Γαμπρέ, μιξιάρης είσαι.
-Χειμώνας είναι.
-Μπρε σε ξέρω κι` απ το καλοκαίρι.

Είχε η γρηγιά πουτί, κ` έσκυβγε και θώρειέ το.

Κάθε θάμα τρίμερο και το παραθάμα πέντε.

Να` χεν η βαβά μου αρχίδια θα τη φώναζα παππού.

Ντράπου τον ένα ντράπου τον άλλο,
Με τον άνδρα μου παιδιά δεν κάνω.

Η σ΄επήρα η μ`επήρες, παρθήκαμε, Φροσύνη μου.

Ο Γληγόρης εγληγόρα
Κι ο Μελέτης εμελέτα
Και επήρεν ο Γληγόρης
Του Μελέτη τη γυναίκα.

Ο φάβας θέλει λάδι
κι η γκαστρωμένη κάθε βράδυ.

Ούτε άσπρο στο πουγκί
Ούτε ντέρτι στη καρδιά.

Πάρε γυναίκα από την Άνδρο
Νάνε όμορφη σα κάντρο.

Χίλια λόγια ένα άσπρο και πάλι κρίμα στ` άσπρο.

Γυναίκα και καρπούζι η τύχη τα διαλέγει.

Εμείς ψωμί δεν έχουμε κι η γάτα πίτα σέρνει.

Ήμαθεν η μαμά μου και πλάθει τα κουλουράκια μικρά, μικρά,
μα ήμαθα κι εγώ και τα τρώω δυό-δυό.

Η πορδή αν δε βρωμίσει, δε λογιέται πορδή.

Κι` η μικρή νύφη τούμπανα θέλει.

Άμαθος βρακί εφόρει
και σε κάθε πάτωμα το θώρει.

Άϊντι, μπρε κι` ς την Αθήνα
του φιλί δεν είναι κρίμα.

Νυφ` οχ` ο,τ` ήξιρις,
ο,τ` βρήκες.

Ο κατσίβελος ημάθενε γδυμνός και ντρέπεται ντυμένος.

Σα λείπεις απ` το γάμο σου άλλος γλεντά τη νύφη.

Πρόβατο που βελάζει χάνει την χαψιά του.

Το μήνα που δεν έχει Ρ
βάζε στο κρασί νερό.

Πιάσ΄ την ουριά μη στάξ στου πηγάδι

Αν θα ξαναγίνου νυφ΄ ξέρου να χαμογελώ.

Άρμεγε και κούρευε χέζε και δεμάτιαζε.

Ήκαμε κ` η μυίγα κώλο
κ` ήχεσε τον κόσμο όλο.