Τα μέλη μας
Ξένος Δ. Βασίλειος
Γεννήθηκε  στην Άνδρο το 1937 και αποφοίτησε από το Εμπειρίκειο Γυμνάσιο Άνδρου. Σταδιοδρόμησε ως εισπράχτορας των Ο.Τ.Α στο νησί του όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1998. Ασχολήθηκε με την λογοτεχνία και βραβεύτηκε το 1999 από την Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών. Έχει ειδικευτεί στην αμπελουργία και στο κτίσιμο της πέτρας.  Το 1996 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή "Ανεμογεννήτριες", - Ανδριακά ποιήματα, και γράφει επίσης και χρονογραφήματα στις τοπικές εφημερίδες της Άνδρου.

Ποιήματα
Τα μέλη μας
Το Πέτρινο κονάκι

Με το σφυρί και το μυστρί, με πέτρα και μεράκι
στ' αψηλιανό το μπρόβαλμα θα κτίσω ένα κονάκι.

Άγναντια ναν' το πέλαγος, του Νειμποριού η αγκάλη,
να βλέπω και να χαίρομαι της Άνδρου μου τα κάλλη.

Γαλάζιο κι απέραντο της θάλασσας το χρώμα,
Θυμάρι να μοσχοβολά, μέλι νάχω στο στόμα.

Να βλέπω την ανατολή να τραγουδώ την δύση
με συντροφιά τις πέρδικες όταν ο ήλιος σβήσει.

Να μένω εκεί στο ξάγναντο, τα στέρια να μετράω
και απ' το κρασί το κόκκινο τους φίλους να κερνάω.

Θαμπό λυχνάρι αμυδρά να φέγγει να φωτίζει
και σπίθες να σπιθοβολά, μορφές να σου θυμίζει

ανθρώπων που αγάπησες και φύγανε και πάνε
σ' ένα ταξίδι μακρινό και πίσω δεν γυρνάνε.

Στο τραπεζάκι το λιτό δυό σύκα ένα ποτήρι
και μια γουλιά από τσίπουρο δίπλα στο πατητήρι

Σε κάνει μεγαλόψυχο κι' άφεση σ' όλους δίνεις
σ' όσους κακό σου κάνανε και πάλι ξαναπίνεις.

Με συντροφιά το κούτσουρο που σιγοκαίει στο τζάκι
θα αισθάνεσαι ανάταση στο πέτρινο κονάκι.

Δεν θ' ακούς τη χλαλοή του κόσμου που αρρωσταίνει
της πολυτάραχης ζωής του αιώνα που πεθαίνει.
                      
                             Από την συλλογή "Ανεμογεννήτριες"



Η Ταβέρνα

Μου θόλωσε ο νους προτού αρχίσω.
Εκούρασα τη σκέψη μου πολύ,
για την ταβέρνα που' θελα να τραγουδήσω,
γιατί δεν έχω την κατάλληλη φωνή.

Έχω παρέα μια μισάδα κοκκινέλι,
Ένα ποτήρι, ένα κρεμμύδι, και ελιές,
που τις μασάω και μου φαίνονται σα μέλι
οι θρούμπες, οι σταφίδες οι καλαματιανές.

Ένα τσιγάρο από στριμμένο φύλλο
φουμάρω και φυσάω τους καπνούς.
Δεν έχω στην παρέα άλλο φίλο
και πλάθω όνειρα σε κόσμους μακρινούς.

περαστικές οι μνήμες στη ζωή μου,
έρχονται μες στη θύμηση μια - μια.
Έρωτες περιπέτειες, πόλεμοι στο στρατί μου
μα μέσα στις αγάπες μου προστέθηκε άλλη μια.

Η ταβερνούλα, πού'ρχομαι τα βράδια και τα πίνω
κι ακούω τα ρεμπέτικα με τις γλυκές πενιές
σ' αυτήνε ξεκουράζομαι και τους καημούς μου σβήνω
της πικραμένης μου ζωής, ρουφώντας τις μισές.

                   Από την ποιητική συλλογή Ανεμογεννήτριες.





Παραμονή Χριστούγεννα στου τρένου το σταθμό

Έκανε κρύο τσουχτερό κι' έπεφτε στούπα χιόνι
το βράδυ που περίμενα στου τρένου το σταθμό
δυο φιλαράκοι στέκανε μπρος στην πλατεία μόνοι
κι ένα τραγούδι αρχίσανε μένα βαθύ καϋμό.

Μία κιθάρα παίζανε, αλήθεια τι μαγεία!
όλοι μας ξεχαστήκαμε και μέναμε βουβοί
λέγαν τραγούδι ναυτικό του Νίκου Καββαδία
που μύριζε όλο θάλασσα, γυναίκα και στοργή.

Μία κορφή από έλατο με φώτα αναμμένα,
πολύχρωμα, αναβόσβυνε στου δρόμου την γωνία
και μια λαχτάρα που ένιωθα να περιμένω εσένα
κρατώντας με στη χούφτα μου δυό ανθούς με τα κλωνιά.

Μα να το τρένο πρόβαλλε με φώτα στο σκοτάδι
ερχόνταν στην Ομόνοια από την Κιφισιά
κι η παγωνιά μας χάϋδευε μ' ένα κρύο χάδι,
κι' άλλο τραγούδι ναυτικό λέγανε τα παιδιά.

Ήταν του νέγρου θερμαστή πούπινε άσπρη σκόνη
για να ξεχνάει τις θάλασσες, τις πίκρεσ τους κυκλώνες.
Τότε είδα εσένα νάρχεσαι απ' τη γωνία μόνη
μένα γλυκό χαμόγελο και λίγες μπλε ανεμώνες.

Τα πιο 'μορφα Χριστούγεννα ένιωσα στηζωή μου
καθώς το χέρι σου σφίγγα και φεύγαμε θαρρώ
σ' ένα ταξίδι μέλιτος, στη Βενετία καλή μου
και μια ζωή ανέμελη μαζί σου να χαρώ.

Βραβείο ένωσης ελλήνων λογοτεχνών 1999