Ανδρέας Εμπειρίκος
Δεν θα ήταν υπερβολικό να υποστηρίξει κανείς πως το έργο του Εμπειρίκου καλύπτει σχεδόν το φάσμα του λογοτεχνικού λόγου, από την έμμετρη ποίηση ως το μυθιστόρημα. Ορισμένα κείμενα του Εμπειρίκου μοιάζουν - με τρόπο εμφανή - να ανιχνεύουν τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ ποίησης και πεζογραφίας, κυρίως οι δύο κεντρικής σημασίας συλλογές του συγγραφέα η Υψικάμινος   (Εμπειρίκος 1980α ) και η Οκτάνα ( 1980γ) καθώς και η πρώτη ενότητα των γραπτών (1980β) "Μυθιστοτίαι". Ο Εμπειρίκος υμνεί την Ερωτική Ουτοπία και το ύφος του συμμετέχει ανάλογα στην ανατροπή των παραδοσιακών εικόνων, μεταφορών, συγκρίσεων, με άλλες τολμηρές καινοτομίες. Άλλες μελέτες έχουν επιχειρήσει να τον εγκλωβίσουν σε μια "φαλλοκρατική" κατηγορία. Ανάλογες και οι κατηγορίες περί φασισμού. Η ποιητική γλώσσα όμως πρέπει να κρίνεται ως τέτοια και όχι ως ένα όργανο διάδοσης ανωφέλιμων ιδεών. Το να κρίνει κανείς την ποίηση με τέτοια κριτήρια είναι σα να κρίνουμε τον Όμηρο με Μαρξιστικά κριτήρια. Στην Ζέμφυρα ένα κείμενο που γράφεται την ίδια εποχή με την Αργώ, από την ερωτική σχέση του λεονταριού και της θηριοδαμάστριας φαίνεται ότι ο Εμπειρίκος πιστεύει στην κατάλυση της αντιπαλότητας ανθρώπου - θηρίου, (αφού η νίκη του λιονταριού, η οποία προϋποθέτει την ερωτική ικανοποίηση και των δύο πλευρών, είναι ουσιαστικά νίκη του έρωτα.) και στην αλληλεξάρτηση που υπάρχει ανάμεσα στους βαθύτερους ρυθμούς των ορμέμφυτων  του ανθρώπου, που είναι κοινή με αυτούς των αδερφών - θηρίων και τους ρυθμούς της τέχνης.
Ο ποιητής της ηδονής και του έρωτα, ο εισηγητής τού υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, ο πρωτοποριακός ψυχαναλυτής. Ένας επαναστατικός στην σκέψη και στο λόγο οραματιστής, κήρυκας ενός ερωτικού και πλήρως απελευθερωμένου βίου, ενός κόσμου "άνευ ορίων, άνευ όρων". Πάνω από  όλα αυτά όμως ήταν ένας ευφυής και ευγενής άνθρωπος. Γεννήθηκε στην Μπράιλα της Ρουμανίας το 1901, γόνος πλούσιας οικογένειας ναυτικών από την Άνδρο. Ο πατέρας του υπήρξε εφοπλιστής και η μητέρα του Στεφανία ήταν κόρη του Ανδριώτη Λεωνίδα Κυδωνιέως και μίας Ρωσίδας που ζούσε στην Σεβαστούπολη. Έτσι αν και έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Σύρο, οι περισσότερες αναμνήσεις του ποιητή γεννήθηκαν στην Κριμαία όπου  περνούσε τα καλοκαίρια του στα κτήματα του θείου του. Η μνήμη του έχει συγκρατήσει εικόνες από ομαδικές ερωτικές σκηνές μικρών Τατάρων στα χρόνια της εφηβείας τους, στις όχθες του ποταμού Αμούρ στη Σιβηρία. Αυτή θα είναι και η αίσθηση που θα τον συντροφεύει στις αποδράσεις του στο χώρο της γραφής. Το 1920 διακόπτει τις σπουδές του στη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών, για να παρακολουθήσει οικονομία στο πανεπιστήμιο της Λοζάννης, ενώ αργότερα φεύγει για το Λονδίνο όπου θα παραμείνει μέχρι το 1925 εργαζόμενος στη ναυτιλιακή εταιρεία του πατέρα του. Απο το 1926 μέχρι το 1931 το λαμπερό Παρίσι με τις πνευματικές και καλλιτεχνικές ζυμώσεις θα είναι ο φάρος για τον νεαρό Ανδριώτη. Κατά την παραμονή του εκεί ασχολήθηκε εκτός άλλων και με την ψυχανάλυση.
"Συναντήθηκα με  ένθεον πλάσμα" θα γράψει όταν συνάντησε τον πατέρα του Υπερρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν. Η επιστροφή του στην Αθήνα σηματοδοτήθηκε απο την περίφημη διάλεξή του περί Υπερρεαλισμού. Σε μια κατάμεστη αίθουσα ξενοδοχείου ο Ανδρέας Εμπειρίκος διακήρυττε με επιβλητική φωνή την ύπαρξη ενός νέου λογοτεχνικού ρεύματος που το υπεράσπιζε η Φροϋδική θεωρία και πρακτική. Εκφράζεται με ευγένεια αλλά και πάθος, χωρίς να λυπάται τις λέξεις "που σφυροκοπούσε ενώπιον βλοσυρών αστών που τον κοιτούσαν εχθρικά" όπως θα γράψει αργότερα ένας νεαρός θαυμαστής του, ο οποίος παρακολουθούσε την διάλεξη. Παράλληλα με την διάλεξη του Εμπειρίκου η πολυτελής έκδοση που κυκλοφορούσε στην αγορά, με τίτλο "Υψικάμινος", με τα πρώτα καθαρά υπερρεαλιστικά ποιήματα, θεωρήθηκε ως δυναμική πρόθεση να επιφέρει "βαρύ πλήγμα στην λυρική και ρομαντική ποίηση". Σαν αποτέλεσμα νέοι δημοσιογράφοι (μωρο)φιλόδοξοι, αλλά και η εφημερίδα Εστία αναλαμβάνουν να πλήξουν όχι μόνο τον υπερρεαλισμό αλλά και τους φορείς αυτού. Το έργο αυτό έγινε αντικείμενο χλεύης από τους φιλολογικούς κύκλους. Και ενώ η τρικυμία της κατακραυγής μαίνεται εναντίον του ο ποιητής γράφει ασταμάτητα. Η Ενδοχώρα θα δημοσιευτεί το 1945, τα Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία το 1960, το Αργώ ή Πλους Αεροστάτου το 1980, και το 1990 ο Μεγάλος Ανατολικός. Ο Μεγάλος Ανατολικός είναι ένα μυθιστόρημα που γράφεται καθ' όλη τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου. Το Βρετανικό υπερωκεάνιο Μεγάλος Ανατολικός στο παρθενικό του ταξίδι στο Νέο κόσμο φιλοξενεί ανθρώπους από όλες τις κοινωνικές τάξεις, τίποτε όμως δεν τους εμποδίζει να συνευρίσκονται ερωτικά, αποβλέποντας όλοι στην ερωτική κοινοκτημοσύνη και κοινοπραξία, στην απόλυτη συνεχή ηδονή που τείνει στην άνευ ορίων και άνευ όρων ανθρώπινη απελευθέρωση. Η πρώτη σύζυγος του, πλάσμα ονειρικό και ελεύθερο τον εγκατέλειψε και έφυγε στο Παρίσι με ένα κοινό τους φίλο. Το 1947 θα παντρευτεί την Βιβίκα Ζήση με κουμπάρο τον Οδυσσέα Ελύτη. Τον Δεκέμβριο του 1944 οι άνδρες της ΟΠΛΑ τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν σαν όμηρο μαζί με άλλους στα Κρώρα της Βοιωτίας. Ο ίδιος υπέστη πολλαπλές ανακρίσεις, υπέφερε από οιδήματα και πληγές και τον έσερναν σε μια κατάσταση απόλυτου εξευτελισμού. Όταν κατάφερε να δραπετεύσει δεν σκέφτεται την εκδίκηση ή την πολιτική του προστασία. Γράφει τη Ζέμφυρα ή το μυστικό της Πασιφάης και την Βεατρίκη, που μαζύ με την Αργώ η Πλους αεροστάτου πρόκειται να αποτελέσουν μια ενότητα με τον γενικό τίτλο "Τα χαϊμαλιά του Έρωτα και των Αρμάτων". Τό 1951 εγκατέλειψε την ψυχανάλυση. Οι λόγοι παραμένουν σκοτεινοί. Δέχτηκε ασφυκτικές πιέσεις από άλλους ψυχαναλυτές λόγω των φημολογούμενων σχέσεων του με θεραπευόμενες, και την αυτοχειρία ενός ασθενή του. Θλιμμένος και παροπλισμένος, έζησε απολαμβάνοντας την εκλεκτή παρέα φίλων όπως του Εγγονόπουλου, του Χατζιδάκι, του Θράσου Καστανάκη, του Νίκου Καρούζου, της Νίκης Καραγάτση. Ο Εμπειρίκος δεν επεζήτησε ποτέ να λάβει "αναγνώριση" με την έννοια της καθιέρωσής του ως κανονικού ποιητή με τιμές. Δεν έλαβε ούτε ένα βραβείο, ενώ θα το άξιζε παραπάνω από όλους, γιά την Ενδοχώρα και τα γραπτά του. Έφυγε το 1975 σε ηλικία 74 ετών από καρκίνο του πνεύμονα.
Επάνω: Στην Λωζάνη μεταξύ 1919 - 23 με την μητέρα του όταν κατοικούσε εκεί. Αριστερά: Γοητευτικός σε ηλικία 62 ετών.
ΤΟ ΡΗΜΑ ΑΓΝΑΝΤΕΥΩ

Τούτη η αιθρία με το σύννεφο που πλέχει στον αέρα
Είναι γαλάζιος πλους μιας κάτασπρης φρεγάδας
Ιστάμενος ακουμπιστός στην κουπαστή κοιτάζω
Και βλέπω τα θηράματα των λογισμών μου
Δελφίνια που αναδύονται κι εισδύουν μες στο κύμα
Πεδιάδες ακρογιάλια και βουνά
Και μια ξανθή νεάνιδα που στέκει στο πλευρό μου
Μες στης οποίας τα γαλήνια μάτια βλέπω
Το μέλλον  της ολόκληρο και το παρόν μου.


ΣΤΕΑΡ

Η πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε
Κατά την ερμηνεία που της δίνουμε
Κάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια.

Και ιδού που επιτυγχάνουμε και πάλι
Αφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός
Μιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης
Κατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.

Αυτη  η γυναίκα καθώς λεν οι θρύλοι
Είχε το θάρρος να περάσει μοναχή της
Γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα
Μια θάλασσα πλατιά και φουσκωμένη
Απο τους στεναγμούς του γλυκασμού πολλών  αγγέλων.



ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ "ΣΤΡΟΦΕΣ ΣΤΡΟΦΑΛΩΝ"

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημερι τα κορίτσια
Για να γευτούν τον έρωτα μαζί μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλες τα μαλλιά τους.


Αριστερά: Ναύτης το 1921 με τους φίλους του Πέτρο Αφθονιάτη και Νίκο Γέροντα. Δεξιά: Στο Παρίσι αρχέςδεαετίας του 50.
.