Γιάννη Κυριακάκου

 

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΥΡΗΝΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ

 

«Ο Κομφούκιος, φίλε μου και εσύ είσαστε και οι δύο όνειρα, όμως και εγώ που σου λέω αυτά, είμαι επίσης ένα όνειρο»

ΤΣΟΥΑΓΚ ΤΣΕ 500 π.Χ.

 

Το να συγκρίνουμε την Ποίηση με την Πυρηνική Φυσική, φαίνεται σαν να συγκρίνουμε το Φάντη με το ρετσινόλαδο της λαϊκής παροιμίας. Και όμως ο 20ος αιώνας συγκρίνει την Σύγχρονη Φυσική με την Ποίηση και τη Φιλοσοφία. Και αυτό διότι η κβαντική θεωρία και η Απροσδιοριστία, ανέτρεψαν επαναστατικά όλη την Επιστήμη των δύο προηγουμένων αιώνων. Τόσο στην αστρονομική – μακροκοσμική κλίμακα των Κοπέρνικου – Κέπλερ – Γαλιλαίου – Νεύτωνα, όσο και στην Ψυχολογία, Βιολογία και Κοινωνιολογία, όλη η προηγούμενη γνώση ανατράπηκε. Επί πλέον διαμορφώθηκε η νεοανακαλυφθήσα κλίμαξ του μικρόκοσμου που σώριασε σε ερείπια σχεδόν, την κλασσική Φυσική.

Και αυτή η δεύτερη επανάσταση πραγματοποιήθηκε από τα μεγαλύτερα Νόμπελ της Φυσικής, ψυχρούς επιστήμονες με προηγούμενες σαφείς υλιστικές προδιαθέσεις. Νομίζεις πλέον ότι περάσαμε σε χώρο μύθου όπως αυτός της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, ή άλλων μύθων της Χαλιμάς. Έτσι ο Αϊνστάιν έλεγε στα 1949 στην αυτοβιογραφία του:

 

«Όλες μου οι προσπάθειες να προσαρμόσω τις βασικές θεωρίες της παλαιάς Φυσικής στις νέες γνώσεις της ίδιας Επιστήμης, απέτυχαν. Η διαπίστωση αυτή με έκανε να καταλάβω πώς το έδαφος της κλασσικής Φυσικής είχε υποχωρήσει και ήταν αδύνατον να στηριχθεί επάνω στο έδαφος αυτό, το οικοδόμημα των νέων γνώσεων».

 

Θα ήθελα όμως να επιστήσω την προσοχή στο ότι σήμερα πλέον είναι κοινός τόπος ότι η Μοντέρνα Φυσική χρησιμοποιεί έννοιες καθαρά υπερφυσικές, όπως η θεωρία των ΚΒΑΝΤΑ που μιλάει για αρνητική μάζα, για χρόνο που κυλάει προς τα πίσω ή για βούληση του Ηλεκτρονίου. Έχουν γκρεμιστεί όλοι οι απαραβίαστοι «φυσικοί νόμοι» για τους οποίους μίλαγε η κλασσική Φυσική. Έτσι ο περίφημος Νομπελίστας Βέρνερ Χάϊζεμπεργκ δήλωσε στα 1960 ότι:

 

«Οι εξελίξεις που προκάλεσε η ανάπτυξη της σύγχρονης Φυσικής, δημιούργησαν στους Επιστήμονες το συναίσθημα πώς το έδαφος έφευγε κάτω από τα πόδια τους».

 

Πέραν όμως αυτών των ήδη πολύ σημαντικών Αϊνστάιν και Χάϊζενμπεργκ που ανέφερα, επιτρέψτε μου να παραθέσω και έναν Έλληνα πολύ αριστερό της τότε εαμικής πλευράς και καθηγητή του Πολυτεχνείου, τον κ. Νίκο Κιτσίκη, ο οποίος από το 1947 έγραφε στο βιβλίο του: «Φιλοσοφία της Νεότερης Φυσικής» ότι:

 

«Έχουμε μία δραματική αναταραχή των μεγαλυτέρων εγκεφάλων της εποχής γύρω από τις πρωταρχικές αξίες της Επιστήμης και της Φιλοσοφίας. Και αυτό ύστερα από τα καταπληκτικά συμβάντα των τελευταίων δεκαετιών στην περιοχή της Φυσικής, που εξακολουθούν να εκδηλώνονται βαθύτερα και συνταρακτικά, αλλά και ανατρεπτικά θεμελιακών αρχών της κλασσικής Φυσικής, καθώς διαλύει τη μηχανιστική εικόνα του σύμπαντος (…) Η Φυσική περνάει τις μεγαλύτερες και ενδοξότερες σελίδες της Ιστορίας της (…). Γενικά η σκέψη του Νεύτωνα προσδένεται στη μηχανιστική εξήγηση».

 

Και πέραν όμως της Φυσικής Επιστήμης, ήδη στην περιοχή της ψυχολογίας ο Φρόϋντ, αν και καθαρά βιολόγος και υλιστής, έχει ήδη από το 1910 παραδεχτεί ότι: «Η Τηλεπάθεια και τα σχετικά με αυτήν φαινόμενα, είναι δεδομένη κατάσταση χωρίς καμιά απολύτως αμφισβήτηση». Και προηγούμενα όμως από τον Φρόϋντ, οι γίγαντες της τότε ψυχολογίας, όπως ο μελετητής της Υστερίας Σαρκό, καθώς και οι: Ουΐλιαμ Τζέημς, ο Ρίσετ και αργότερα ο Καρλ Γιουγκ δέχονται: «Υπάρχουν πολύ σοβαρά φαινόμενα που δεν υπακούουν στους κλασσικούς νόμους του αιτίου και του αιτιατού, αλλά δρουν κατά τρόπον εντελώς ανεξήγητο για τη μέση ανθρώπινη νόηση».

Εξακριβώθηκε πλέον πειραματικά, ότι υπάρχει ένας μικρός αριθμός ατόμων που μπορεί να μάθει χωρίς προσπάθεια τί σκέπτονται κάποιοι άλλοι. Τα πειράματα γίνονται με επιστημονικές μεθόδους, αλλά δεν εξακριβώνεται πώς συμβαίνει αυτό. Το ίδιο όπως και στην κλασσική Φυσική, όπου ο Νεύτων είχε πει στα 1700:

 

«Εξήγησα τα ουράνια φαινόμενα με το νόμο της Βαρύτητας μα δεν ξέρω ποια είναι τα αίτια της βαρύτητας, δεν κατόρθωσα να βγάλω το «γιατί» της ιδιότητας που λέω βαρύτητα».

 

Γύρω στα 1970, όλα τα κράτη, εκτός της Ελλάδος, έχουν όχι ένα, αλλά 4-10 παραψυχολογικά εργαστήρια με επί κεφαλής την τότε Σοβιετική Ένωση. Ε΄ λοιπόν οι εκπληκτικώτερες εξελίξεις συνέβησαν στη Μόσχα όπου προηγούμενα η παραψυχολογία ήταν σε κοινή περιφρόνηση. Βέβαια ο σοβιετικός Επιστήμων Παυλώφ και ο συνεργάτης του Μπεχτέρεβ μιλούσαν για μια «βιολογική ακτινοβολία» από το 1920, αλλά δεν τολμούσαν να πούν περισσότερα. Όμως στα 1960 ο Λεωνίδ Βασίλιεφ, καθηγητής της φυσιολογίας στο Λένιγκραδ, απέδειξε ότι μπορεί να πετύχει ύπνωση εξ αποστάσεως, όπως έγινε μεταξύ Λένιγκραδ και Μόσχας, με παρακολούθηση των πειραμάτων από εκατοντάδες ατόμων.

Οι Επιστήμονες σήμερα βεβαιώνουν ότι η ψυχική έρευνα είναι πάρα πολύ σχετική με τη Φιλοσοφία,  όπως ο καθηγητής του Καίμπριτζ C. Broad και ο S. Soal, πασίγνωστος άγγλος μαθηματικός. Με την υποατομική Φυσική, έχουμε πλέον εισέλθει στον κόσμο του παραδόξου σε όλο το φάσμα των συγχρόνων επιστημών.

Οι Ποιητές όταν με την διαίσθησή τους έμπαιναν από χιλιάδες χρόνια, σ΄ αυτόν τον παράδοξο κόσμο, γινόντουσαν αντικείμενο χλευασμών. Τώρα η πυρηνική Φυσική έχει φέρει τα απάνω-κάτω. Ειδικά η θεωρία της κβαντικής μηχανικής και ο νόμος της… Απροσδιοριστίας και αβεβαιότητος, αντικατέστησαν την αιτιότητα των δύο προηγουμένων αιώνων με το νόμο των πιθανοτήτων. Και οι έρευνες συνεχίζονται εντατικές σε όλο τον κόσμο.

Η θεωρία πιθανοτήτων, γενικά πλέον παραδεκτή, είναι μια επιστημονική επανάσταση, ασυλλήπτου εκτάσεως. Έχουμε το στοιχείο του παραδόξου σε γάμο με τα Μαθηματικά. Ολόκληρο το οικοδόμημα της μοντέρνας Φυσικής στηρίζεται στη θεωρία αυτή, με αποκορύφωμα την καταπληκτική θεωρία των ΚΒΑΝΤΑ του Μαξ Πλανκ και των Νιλς Μπόρ και Ντε Μπρογκλί. Ο Βέρνερ Χάϊζεμπεργκ, ένας από τους γίγαντες της κβαντικής Φυσικής, τονίζει συχνά στην αυτοβιογραφία του ότι:

 

 

«Τα Άτομα ΔΕΝ είναι αντικείμενα. Όσον αφορά τα Ηλεκτρόνια, που σχηματίζουν το φλοιό του ατόμου, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε σ΄ αυτά ούτε μέγεθος ούτε ταχύτητα ούτε να καθορίσουμε τη θέση τους μέσα στο χώρο του ατόμου. Γι΄ αυτό λέμε ότι ο κόσμος του ατόμου δεν είναι αντικειμενικός, δεν υπάρχει στο Χωρόχρονο».

 

Μιλάμε λοιπόν για τον υπο-ατομικό κόσμο, μόνο με σύμβολα πιθανοτήτων. Γι΄ αυτό λέμε πώς έχουμε μια διαστροφή της κλασσικής φυσικής καθώς ο Χάϊζεμπεργκ έβαζε τέλος στον αιτιακό προσδιοριστικισμό στην συμπεριφορά του Ατόμου, τουλάχιστον.

Αυτά τα δύσκολα όμως που δεν τα καταλαβαίνουμε, οι ποιητές τα αισθάνονται με την ευαισθησία τους, και τα διατυπώνουν όχι βέβαια με μαθηματικά σύμβολα, αλλά με ποιητική φαντασία. Μερικές έξοχες φράσεις του Έλληνος ποιητού Ηλία Σιμόπουλου δίνουν ένα δείγμα σπαρταριστό:

 

«Ο Ποιητής κυρίαρχος των χρωμάτων και εξουσιαστής των ονείρων, μάχεται με τις λέξεις. Δίνει μορφή στο άμορφο, κάνει φανερό το βουβό και αθέατο. Το Ποίημα κυρίως ΕΙΝΑΙ και όχι Σημαίνει. Δίνει άλλη εμπειρία του χρόνου και του διαστήματος. Το Ποίημα που δονεί και σαγηνεύει με οράματα, δεν είναι παρά η «Μυστηριώδης» εκείνη ουσία που σαν ηλεκτρικό ρευστό πορφυρώνει τη λέξη. Έτσι ο Ποιητής, εθελοντής πάντα του Ανέφικτου, θυμίζει το λόγο του Χάϊντεγκερ πώς η Ποίηση είναι το μόνο ουσιώδες και κατά συνέπειαν ο έσχατος λόγος».

 

Αυτές οι λίγες γραμμές του Η. Σιμόπουλου, αν και γοητεύουν τόσο πολύ, φαίνονται στους πολλούς… ακατανόητες. Κάθε απλοποίηση όμως θα κατέστρεφε τη γοητεία τους. Και στη Φυσική το ίδιο επιχείρησαν ο άγγλος φυσικός λόρδος Ραδερφοντ και ο Δανός αντίστοιχος Νιλς Μπορ. Επιχείρησαν λοιπόν να απλοποιήσουν τα πράγματα για να πάρει χαμπάρι ο πολύς κόσμος, τι είναι τέλος πάντων το Άτομο. Το παρουσίασαν σαν μια μικρογραφία του Ηλιακού συστήματος με ηλεκτρόνια που γυρίζουν σαν πλανήτες γύρω από τον πυρήνα του ατόμου. Η εξέλιξη όμως των ερευνών διέψευσε το μοντέλο. Η απλοποίηση πάντα είναι αποτυχία. Η περιγραφή των ηλεκτρονίων σαν πλανητών ήταν λάθος.

Τώρα ξέρουμε ότι τα Ηλεκτρόνια δεν είναι σαν πλανήτες. Καθώς γυρίζουν γύρω από τον πυρήνα, αλλάζουν συνεχώς τροχιά, χωρίς να διασχίζουν το ενδιάμεσο διάστημα. «Μυστηριωδώς» από εδώ βρίσκονται εκεί. Ποτέ δεν μπορούμε να βρούμε σε ποιο σημείο της τροχιάς βρίσκεται το Ηλεκτρόνιο. Όπως λέει και ο Ποιητής, «η Μυστηριώδης ουσία, σαν ηλεκτρικό ρευστό πορφυρώνει τη λέξη». Το Ηλεκτρόνιο λοιπόν βρίσκεται ταυτόχρονα παντού. Είναι σαν αυτό που λέει η χριστιανική ρήση για το Θεό: «Πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Έτσι λοιπόν έχουμε την αυταπάτη πώς υπάρχει στερεά, συμπαγής Ύλη. Νομίζουμε ότι την ακουμπάμε με το δάκτυλο ενώ ύλη, είναι ελάχιστα αόρατα Ηλεκτρόνια, που κινούμενα με γιγαντιαία ταχύτητα βρίσκονται ταυτοχρόνως παντού, και μπροστά μας υπάρχει κενό αχανές. «Έτσι» λέει ο Ράσελ «η αφή μας ξεγελιέται και η κοινή λογική μιλάει για Ύλη που είναι ένας απλός βολικός τύπος για να περιγράψουμε τι συμβαίνει. Δεν είναι όμως έτσι». Και ο Χάϊζεμπεργκ συμπληρώνει αργότερα: «Και μόνον η προσπάθεια να φανταστούμε την εικόνα των στοιχειωδών σωματίων και να τα σκεφθούμε οπτικά, σημαίνει ότι τα παρερμηνεύουμε». Επίσης ο Έντιγκτον λέει: «Να συνειδητοποιήσουμε ότι σήμερα οι Φυσικές Επιστήμες, αναφέρονται σε ένα κόσμο σκιών. Και αυτό είναι η σημαντικότερη πρόοδος που έχουμε κάνει τελευταία». Και ο σπουδαίος Άγγλος αστροφυσικός Σερ Τζαίημς Τζην, από το 1920 έχει πει:

 

«Όλοι πλέον οι Επιστήμονες της σύγχρονης Φυσικής, συμφωνούν ότι ο χείμαρρος της Γνώσης σήμερα, δεν μας δινει μιαν ακόμη μηχανική αλήθεια. Το Σύμπαν αρχίζει να φαίνεται, περισσότερο σαν μια μεγάλη ΣΚΕΨΗ, παρά σαν μια μεγάλη μηχανή».

 

Βλέπουμε λοιπόν ότι τόσο στον κόσμο της σχετικότητος του Αϊνστάιν, όσο και στην Κβαντική Φυσική, κυριαρχούν ΜΗ υλικές καταστάσεις. Και στις δύο περιπτώσεις η Ύλη αναλύεται σε Ενέργεια και μετά η Ενέργεια αναλύεται σε μεταβλητές παραστάσεις κάποιου αγνώστου Χ. Αυτός ο Άγνωστος συνοψίστηκε από τον Έντιγκτον στο περίφημο επίγραμμά του:

«Ο κόσμος είναι φτιασμένος από Νοητικό υλικό».

Στα 1949 ο Ρίτσαρ ΦΕΗΝΜΑΝ του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Καλιφόρνιας, επιμένει και σχεδόν αποδείχνει ότι το Ποζιτρόνιο είναι σωματίδιο που μερικές φορές κινείται αντίθετα στη φορά του χρόνου, δηλ. στο παρελθόν. Το αποδεικτικό αυτό διάγραμμα του Φέηνμαν, σήμερα είναι σε καθημερινή χρήση από τους Φυσικούς. Τα Σωμάτια μπορούν να κινηθούν μέσα στο χρόνο, είτε στο παρελθόν είτε και στο μέλλον. Γι΄ αυτό στα 1956 ο Φέηνμαν πήρε το Νόμπελ. Και ο γνωστός φιλόσοφος των Επιστημών, Χανς Ράϊσεμπαχ έγραψε τότε: «Η θεωρία του Φαίηνμαν, είναι το σοβαρότερο χτύπημα που έλαβε η έννοια του Χρόνου στη Φυσική».

Ξέρουμε τώρα ότι η ΑΦΗ, μας δείχνει ένα κόσμο αντικειμένων με σκληρή επιφάνεια και μ΄ αυτόν τον κόσμο έχουν εναρμονισθεί οι αισθήσεις μας. πρόκειται για τον Κόσμο μας που ονομάζεται: Μετρίου μεγέθους. Σε κλίμακα όμως Κοσμική του αστρικού Χάους, όπως και σε κλίμακα υπο-ατομική, αυτή η απτή σχέση με τα πράγματα, που μας δίνει η Αφή, αποδείχνεται ΧΙΜΑΙΡΑ.

Ο Μ. Γκέλ-Μαν (Νόμπελ 1963) και οι συνεργάτες του, ισχυρίζονται ότι και αυτά τα στοιχειώδη σωμάτια που βλέπουμε με το ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, μπορεί να αποτελούνται από ακόμη πιο στοιχειώδεις οντότητες, που τις βάπτισαν «Κουάρκς», δείγμα εκτίμησης σε ένα έργο του Τζόϋς. Τελικά οι Επιστήμονες οι ίδιοι λένε ότι ουσιαστικά, ο κόσμος έχει… σουρεαλιστική φύση. Βρίσκουν δηλ. μία σχολή ποίησης αρκετά γνωστή, να την παρουσιάσουν ως δείγμα του νέου κόσμου της Φυσικής. Και επί πλέον τονίζουν ότι οι διαπιστώσεις από κυκλοτρόνια που χειρίζονται, είναι ένας από τους μεγάλους θριάμβους της ανθρώπινης ευφυΐας.

Η Αιτιότητα βέβαια φαίνεται να λειτουργεί, στον ενδιάμεσο, μετρίου μεγέθους κόσμο που αισθανόμαστε εμείς. Παρ΄ όλα αυτά και στη δική μας κλίμακα, διαπιστώνεται ότι δρά παράλληλα και μια αρχή ΜΗ αιτιατού. Άλλο μυστήριο και αυτό. Και η παγκόσμια έλξη που διαπιστώσαμε, δεν ξέρουμε τι είναι. Και ο ηλεκτρισμός που κυριαρχεί και τον παράγουμε κατά μάζες, ΔΕΝ ξέρουμε τι πράμα είναι. Όλα είναι σαν την «μυστηριώδη εκείνη ουσία» της ποίησης, που αναφέρει ο ποιητής Σιμόπουλος.

****************

Ο Θάνατος, ο Έρωτας, ο Κίνδυνος και ο σκληρός ανταγωνισμός, είναι οι κυριότερες αρχετυπικές καταστάσεις που εισβάλουν στη Συνείδησή μας από το Υποσυνείδητο και καθορίζουν την συμπεριφορά μας. Λίγα περιθώρια μένουν για ελεύθερη βούληση. Και αυτά τα λίγα που υπάρχουν (αν υπάρχουν) τα αξιοποιούμε με την Ποίηση και γενικά με την καλλιτεχνική δημιουργία. Διακόπτοντας όμως την ανάπτυξη στο θέμα της Φυσικής θα ήθελα να ερωτήσω: Αφού όλα τα Νόμπελ βεβαιώνουν αποδεικτικά ότι η Ύλη είναι ένα Φάντασμα και η Αιτιότητα μία φούσκα, γιατί ο κόσμος δεν το έχει καταλάβει ακόμη; Τα νέα στοιχεία της Φυσικής έχουν προκύψει από την αρχή του αιώνος και μέχρι το 1960 έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί. Το τεράστιο πλήθος τα αγνοεί πλήρως.

Ο Καίσλερ λέει: «να βγάλουμε τον Ζουρλομανδύα που φόρεσε στους προσανατολισμούς μας ο Επιστημονικός υλισμός του 18ου και 19ου αιώνα». Η σύγχρονη επιστήμη της Φυσικής που καθορίζει κατά κάποιον τρόπον το φιλοσοφικό μας σκέπτεσθαι, είναι ακατανόητη για τους πολλούς, το ίδιο όπως και η Μοντέρνα Τέχνη. Και όμως οι Επιστήμονες προβλέπουν πώς σε ένα κάποιο διάστημα, όχι πολύ μακρινό: «Θα επικοινωνούμε τηλεπαθητικά μεταξύ μας και θα καθοδηγούμε την Ύλη… τηλεκινητικά». Έτσι όμως, λέμε εμείς, ο χρόνος μας ο ελεύθερος θα αφιερώνεται, στην συνεχή έρευνα, τη Μουσική, την Ποίηση και γενικά τις Τέχνες.

Ξέρουμε ότι όλοι οι προηγούμενοι πολιτισμοί, ανεπτύχθησαν κατά 80% από τα στρώματα της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης, που διέθετε ελεύθερο χρόνο. Μην ξεχνάμε ότι «Η ΤΕΧΝΗ όπως και η Θρησκεία, υπήρξαν πάντα ένα σχολείο, Αυτοϋπέρβασης». Και μόνον έτσι ο άνθρωπος χάνει κάπως τον εαυτό του και τον αισθάνεται μέσα στο συνολικό!

Ο πολιτισμός έχει δύο όψεις όπως το νόμισμα. Από τη μία είναι η διανοητική φώτιση, γράμματα – τεχνική – επιστήμη. Από την άλλη πλευρά έχουμε την συγκινησιακή κάθαρση που είναι η ουσία της αισθητικής εμπειρίας. Τελικά η Αλήθεια της Επιστήμης και διάνοιας, ζευγαρώνει με την εμπειρία της Ομορφιάς. «Το Άπειρο», λέει ο Καρλάϋλ (εννοώντας την Τέχνη), «αναμειγνύεται με το πεπερασμένο υλικό (επιστημονικό) και γίνεται ορατό και εφικτό».

Είναι αλήθεια πώς όχι μόνο στην Αναγέννηση, αλλά ήδη από την ιστορική αρχαιότητα, οι καλλιτέχνες αντέγραφαν τη Φύση σε όλους τους τομείς. Ο Λεονάρδο ντα Βίντσι, έγραφε λ.χ. στις σημειώσεις του: «Εκείνη η ζωγραφική είναι πιο αξιέπαινη, που μοιάζει περισσότερο με το αντικείμενο που παριστάνει». Φυσικά αυτή τη συνταγή ούτε ο ίδιος δεν την τηρούσε. Γι΄ αυτό ίσως ο Πλάτων, κατηγορούσε τους καλλιτέχνες ότι δημιουργούν: «όνειρα που φτιάχνουν οι ποιητές και ζωγράφοι για άλλους ανθρώπους που είναι ξύπνιοι».

Το λάθος του Πλάτωνος είναι ψυχολογικό. Όταν αντιγράφει ο ζωγράφος ένα τοπίο, ξέρει ότι ο μουσαμάς του είναι πολύ μικρότερος από το τοπίο. Επί πλέον η μπογιά του, δεν είναι ακριβώς ίδια με το χρώμα που βλέπει. Κάτι πρέπει να θυσιάσει, κάτι να αλλάξει, γιατί δεν είναι δυνατή η άμεση φωτογραφική μίμηση που θέλει ο Πλάτων. Το ίδιο και με το χειρόγραφο του συγγραφέα. Δεν γίνεται να μας δώσει το άρωμα του τριαντάφυλλου ούτε να αποδώσει τον ήχο της φωνής του Ήρωος.

Ο Συγγραφέας, αναγκάζεται να κάνει επιλογές. Θα απλοποιήσει, θα συνθέσει ή θα τροποποιήσει, ανάλογα με την εμπειρία του και το χαρακτήρα του ή το ταλέντο του. Αλλιώς βλέπω εγώ μια γλάστρα, αλλιώς την αισθάνεται ο διπλανός μου. Οι επιλογές που ακολουθούν είναι συνήθως υποκειμενικές και αρκετά ασυνείδητες. Κυρίως αυτές οι Ασυνείδητες, προσδιορίζουν τελικά το συγκεκριμένο Στυλ του καλλιτέχνη ή ποιητή.

Οι εποχές της τέχνης περνούνε κρίση όταν οι τεχνικές της γίνονται συμβατικές και κουράζουν με την μονοτονία της επανάληψης τους λάτρεις του είδους. Ο πολύς κόσμος βέβαια παρακολουθεί συμβατικά, χαζεύει μάλλον τα έργα, με μια απλή περιέργεια, επειδή άκουσε ότι είναι σπουδαία, χωρίς να του προκαλούν ουσιαστικό δέος ή θαυμασμό. Φυσικά προτιμάει το συμβατικό, γιατί αυτό δεν απαιτεί καμιά προσπάθεια να αισθανθεί ή να καταλάβει. Η Τέχνη είναι για τους πολλούς, ένα μέσο μάλλον ευχάριστο για να περνάς την ώρα σου ή για να διακοσμήσεις τους τοίχους σου. Όμως τότε η συγκινησιακή επίδραση και το υπερβατικό θέλγητρο, χάνουν κάθε καθαρκτική δύναμη.

Οι αξιόλογοι δημιουργοί πάντως νιώθουν ότι η παραδοσιακή τέχνη μπαγιάτεψε. Προσπαθούν τότε να ανιχνεύσουν με την ψυχή τους κάποια καινούργια μορφή, έκφραση, τεχνική. Βέβαια η καλή τεχνική είναι πάντοτε αξιόλογη, αλλά η συνεχής επανάληψη δεν προκαλεί πλέον δέος. Σε κάποια επόμενη αναγέννηση βέβαια θα επανέλθουν. Απλώς η ψυχή του δημιουργού, αγωνίζεται «ενάντια στη θανατική – αθροιστική επίδραση του κορεσμού». Ο δρόμος τότε για να βγούμε από το αδιέξοδο, είναι ένα επαναστατικό άλμα σε νέους ορίζοντες με νέες μορφές και τεχνικές. Ο Γαλλικός συμβολισμός λέει τα εξής δια στόματος, Μαλαρμέ:

 

«Πιστεύω πώς στην Τέχνη δεν μπορεί να υπάρχει κάτι, πού να μην είναι Έμμεσο. Η θεώρηση των πραγμάτων γίνεται έμμεσα, όπως και η εικόνα που βγαίνει από τα όνειρα, γίνεται τραγούδι. Οι παρνασικοί ποιητές έτσι παίρνουν το πράγμα. Δεν το δείχνουν αυτούσιο, γιατί τότε χάνει το Μυστήριο και αποστερείται το πνεύμα της απολαυστικής χαράς να βλέπει ότι δημιουργεί. Κατονομάζοντες το αντικείμενο, εξαλείφουμε τα τρία τέταρτα της απόλαυσης του ποιήματος και της ευτυχίας να μαντεύουμε βαθμιαία. Το όνειρο, μόνον υποβάλλεται και έτσι γίνεται σύμβολο, η τέλεια εκμετάλλευση του Μυστηρίου. Βγαίνει μία ψυχική κατάσταση στο Φως, έπειτα από μια σειρά αποκρυπτογραφήσεων».

Αυτά λέει ο Μαλαρμέ, δίνοντας την λανθασμένη εντύπωση ότι συνειδητά ο Καλλιτέχνης και ο Ποιητής κάνουν αυτό που κάνουν. Όμως ο Γκαίτε λέει ότι «όλες οι Μυθολογίες είναι γεμάτες από σύμβολα τυλιγμένα στα πέπλα του Μυστηρίου». Οι παραβολές του Ευαγγελίου, σαφώς θέτουν αινίγματα και καλούμαστε να τα λύσουμε. Δεν είναι αυτό συσκοτισμός του Θεϊκού μηνύματος. Ίσα-ίσα που γίνεται έτσι φωτεινότερο, γιατί υποχρεώνει τον ακροατή ή αναγνώστη να το επεξεργαστεί, επομένως να το ξαναδημιουργήσει. Παραδιδόμενο το μήνυμα στον ακροατή σε μορφή έμμεση, αναδιπλωμένη, υποχρεώνει το δέκτη να το ξεδιπλώσει, να κατανοήσει και να συμπληρώσει ακόμη τους υπαινιγμούς. Γενικά να κινητοποιεί την ψυχή του για να δει την βαθειά σημασία μέσω της συμβολικής μεταμφίεσης.

Ο Φρόϋντ έγραφε πώς το να συνοψίζεις ή να συμπυκνώνεις πολλές έννοιες ή πολλούς υπαινιγμούς σε μια γραμμή ή έστω μια φράση, φτάνεις στην ουσία της Ποίησης. Περίπου κάτι παρόμοιο λέει και ο Τζόϋς. Τα έργα τέχνης που λένε κάτι εντελώς συγκεκριμένο, δεν έχουν μήνυμα. Μοιάζουν με συνταγές μαγειρικής, κάνουν μια ποίηση ετιματζίδικη, εξηγώντας όλα εκείνα που ο αναγνώστης ή θεατής θα συνεργαζόταν να ανακαλύψει. «Ασφαλέστερο σύμπτωμα παρακμής της τέχνης, είναι όταν δεν αφήνει τίποτα για τη φαντασία» λέει ο Καίσλερ.

Η Τέχνη κατάγεται από την συμπαθητική ΜΑΓΕΙΑ και έχει χρησιμοποιήσει την συμβολικότητα, χιλιάδες χρόνια πριν τους πυρηνικούς επιστήμονες. Οι τελευταίοι σε πρώτη φάση τον 18ο και 19ο αιώνα, διετύπωσαν απλώς γενικούς νόμους. Ο Αριστοτέλης λ.χ. πίστευε πώς όλα τα μυστικά του σύμπαντος είχαν τότε σχεδόν ανακαλυφθεί. Ο χημικός Χαίκελ, γύρω στα 1860, διεκήρυσσε ότι και τα επτά αινίγματα του σύμπαντος είχαν λυθεί. Μόνον στον 20ο αιώνα, με την κατάρρευση της μηχανιστικής επιστήμης και την επέλαση της Κβαντικής και Πυρηνικής Φυσικής, κατάλαβαν πώς το ξεδίπλωμα των μυστικών της Φύσης, αποκαλύπτει ένα σκοτεινό βάραθρο που δεν τελειώνει ΠΟΤΕ. Όσο περισσότερη γνώση αποκτούν οι Φυσικοί, τόσο βλέπουν ότι μόνο με πλάγια και διφορούμενα μαθηματικά σύμβολα, μπορούν κάπως να εκφραστούν. Θα έλεγε κανείς ότι οι Πυρηνικοί και Κβαντικοί Φυσικοί, βάλθηκαν να μιμηθούν τους γάλλους ΣΥΜΒΟΛΙΣΤΕΣ.

Μετά τους Συμβολιστές, έρχονται οι Υπερρεαλιστές κοινώς σουρεαλιστές, που πράγματι συνειδητά μιμούνται την ψυχαναλυτική τεχνική στο στίχο. Και αυτό διότι η Φροϋδική ψυχαναλυτική επανάσταση στην Ψυχολογία, ήταν κάτι ανάλογο με την επανάσταση στη γνώση που έφερε η Θεωρία των Κβάντα.

Αν προσέξουμε θα δούμε ότι η Μοντέρνα Ποίηση (δεν μιλάω για την ονομαζόμενη «μετα-μοντέρνα») εκφράζει ενδογενείς απόηχους πρωτόγονων φάσεων ανάπτυξης της γλώσσας, σε υπερ παλαιά εποχή της έμψυχης ύλης. Ο ηχητικός συνειρμός χρησιμοποιείται και τότε από την υποσυνείδητη ώθηση, εκφράζοντας το όνειρο, την κούραση και σπανίως την παράνοια, ως διανοητική ταραχή. Γενικά ο ποιητής δημιουργεί, αμφισυνδέοντας ασυνείδητα, την αίσθηση, το νόημα και τον ήχο. Με μικρές διαφορές, αυτό γίνεται και τώρα.

Στην ποιητική – καλλιτεχνική δημιουργία, έχουμε μια πρώτη λάμψη αυθόρμητης φώτισης (έμπνευση) και επακολουθεί η συγκινησιακή Υπέρβαση που καθαίρει και εκστασιάζει. Τότε διαπιστώνουμε ότι η ΑΛΗΘΕΙΑ και η ΟΜΟΡΦΙΑ συμπληρώνουν την ακέραιη, σύνολη και αδιαίρετη εμπειρία που αποτελεί τη ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ. Έτσι αρχίζει ο Συνειδητός άνθρωπος να δρα και να πράττει. Και όμως αυτή η πράξη που επακολουθεί, παραμένει ένα πήδημα στο ΣΚΟΤΑΔΙ. Ένα σκοτάδι στο οποίο τόσο ο ερευνητής Επιστήμονας, όσο και ο Καλλιτέχνης – Ποιητής, εξαρτώνται και οι δύο από τις διαισθήσεις τους.

Φαίνεται λοιπόν βέβαιο ότι Επιστημονική έρευνα (νοητική αλήθεια) και Ποίηση (ομορφιά), έχουν στο βάθος τα ίδια ψυχολογικά χαρακτηριστικά. Απλώς η Επιστήμη με τη νόηση εμφανίζεται αργά και έχει βραδεία πορεία, υστερώντας έναντι της Ποίησης – ομορφιάς που έχει αιώνιο χαρακτήρα. Εκφράζουν πάντως και οι δύο τη βαθειά ανάγκη του ανθρώπου να εισχωρήσει στο Ύστατο Μυστήριο. Η πραγματική Αλήθεια άλλωστε είναι μόνον η ΟΜΟΡΦΙΑ που στην ουσία της βρίσκεται πέρα από τη νόηση και είναι «κρυμμένη μέσα στα πέπλα της Μάγιας και περιορισμένη σε σκιές μέσα στη σπηλιά του Πλάτωνα», όπως λέει ο Καίσλερ.

Όμως υπάρχει ο Θάνατος και χωρίς αυτόν «δεν θα υπήρχε ούτε Φιλοσοφία ούτε Ποίηση» λέει ο Σοπενχάουερ. Και η Επιστημονική έρευνα θα προσθέταμε, αναπτύχθηκε και αυτή, από την ανάγκη του ανθρώπου για δημιουργία.

Κάθε Δημιουργία δείχνει την αυθόρμητη τάση των προικισμένων ανθρώπων να αφήσουν κληρονομία τα αποτελέσματα της συνειδητής βαθύτερης εμπειρίας τους. Μέσα μας αυθόρμητα, όλοι κατευθυνόμαστε προς το ύστατο ΜΥΣΤΙΚΟ του σύμπαντος. Βλέπουμε άλλωστε πώς η Ποίηση αγγίζει μέσα μας, κάτι που στο επίπεδο του σημερινού ανθρώπου, παραμένει ακόμη αινιγματικό, σκοτεινό και λανθάνον. Ίσως, ίσως λέω, ίσως αυτό να είναι ο ΘΕΟΣ!!!

 

Γιάννης Κυριακάκος