Γιάννη Κυριακάκου

 

Η  ΠΟΙΗΤΙΚΟΤΗΤΑ  ΤΗΣ  ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ

ΚΑΙ

Η  ΞΗΡΟΤΗΤΑ  ΤΗΣ  ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΗΣ  ΣΚΕΨΗΣ

 

Α΄

 

Ο Φρειδερίκος Ένγκελς, σύντροφος αχώριστος του Μαρξ και μαθητής του από κάποιαν άποψη, μιλώντας για τον πρώτο Χριστιανισμό, τον ταυτίζει ψυχολογικά με τον «εργατικό σοσιαλισμό», όπως τον ονομάζει ο ίδιος, διότι λέει και οι δύο:

«Κηρύσσουν την προσεχή σωτηρία από την δουλεία και την αθλιότητα. Μόνο που ο Χριστιανισμός τοποθετεί αυτή τη σωτηρία σε μια ζωή στο Υπερπέραν, μετά το θάνατο στον ουρανό. Ο Σοσιαλισμός όμως τοποθετεί την σωτηρία σ΄ αυτόν τον κόσμο σε μια μεταβολή της Κοινωνίας. Και οι δύο καταδιώκονται και βασανίζονται. Οι οπαδοί τους περιφρονούνται και γίνονται αντικείμενο εκτάκτων νόμων(…). Και όμως παρ΄ όλη τη δίωξη ανοίγουν ορμητικά και ασυγκράτητα το δρόμο προς τα εμπρός. Ο Χριστιανισμός, τριακόσια χρόνια μετά την εμφάνισή του αναγνωρίστηκε από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Σοσιαλισμός μόνο μέσα σε εξήντα χρόνια κατάχτησε ήδη μια θέση που κάνει τη νίκη του, απόλυτα σίγουρη(…). Ο Σοσιαλισμός στην αρχαιότητα υπήρχε και κυριάρχησε ως Χριστιανισμός. Μόνο που οι τότε ιστορικές συνθήκες, ανάγκαζαν την επιδίωξη αυτή της σωτηρίας να προσδιορίζεται για την επικείμενη Χιλιετία και το Υπερπέραν(…). Ο Ρενάν έλεγε: «αν θέλετε μια ιδέα των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων, ρίξτε μια ματιά στους τοπικούς τομείς της Διεθνούς εργατικής ένωσης». (Φ. Ένγκελς, Ιστορία του πρώτου Χριστιανισμού. Εκδόσεις Αναγνωστίδη).

Το κομμάτι αυτό του Ένγκελς, γραμμένο γύρω στα 1850, συγκροτεί ένα κείμενο, ιστορικοθρησκευτικό. Περιέχει σοσιαλιστικό – σωτηριολογικό όραμα και ρομαντισμό, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια συνειδητή οργανωμένη κίνηση για την κοινωνική μεταβολή. Ο Ένγκελς ταυτίζει τη θρησκευτική τάση του ανθρώπου με το άμεσο κοινωνικό όραμα. Αυτό δείχνει πώς στο θέμα της θρησκείας το δίδυμο Μαρξ – Ένγκελς είναι πολύ προσεκτικό και διατυπώνει απόψεις με μεγάλη περίσκεψη. Απόδειξη ότι και ο Μαρξ γράφοντας την Κριτική του στο βιβλίο του Χέγκελ: «Φιλοσοφία του Δικαίου», λέει:

«Ο άνθρωπος φτιάχνει τη θρησκεία και όχι η θρησκεία τον άνθρωπο. Η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση και αυτεπίγνωση του Ανθρώπου που δεν βρήκε ακόμη τον εαυτό του (…). Η θρησκεία είναι η γενική θεωρία αυτού του κόσμου, η λογική του σε λαϊκή μορφή, το πνευματικό του φιλότιμο, η ηθική του κύρωση, η φανταστική πραγματοποίηση της ανθρώπινης ουσίας(…). Η θρησκεία είναι ο ανασασμός της βασανισμένης ύπαρξης, η καρδιά ενός κόσμου χωρίς καρδιά, το πνεύμα μιας εποχής χωρίς πνεύμα. Είναι το όπιο του Λαού».

Πρέπει φυσικά να διευκρινίσουμε πώς όταν μιλάει ο Μαρξ για Όπιο, δεν εννοεί την ουσία αυτή με το σημερινό ψυχολογικό κλίμα. Τότε το Όπιο, Αφιόνι όπως το λέγαμε ελληνικά, έπαιζε φαρμακευτικό ρόλο αναλγητικού ισχυρού και υπνωτικού (ισχυρότερου από την σημερινή ασπιρίνη που δεν υπήρχε) και βρισκόταν στα περισσότερα σπίτια για πρακτικούς ιατρικούς λόγους.

Οι Μαρξ – Ένγκελς λοιπόν αντιμετωπίζουν την θρησκεία χωρίς τον πολεμικό χαρακτήρα που πήρε αργότερα επί Λένιν – Στάλιν και ιδίως σήμερα. Βέβαια ο Μαρξ την κρίνει για καθαρά κοινωνικούς λόγους, λέγοντας ότι: «είναι κατασκεύασμα του ανθρώπου» και ότι είναι η θρησκεία «η λογική του κόσμου σε λαϊκή μορφή». Το μόνο σημείο που πέφτει έξω ο Μαρξ, έπειτα από τόσο ωραίες διατυπώσεις, είναι η φράση πώς είναι η «λογική του κόσμου σε λαϊκή μορφή».

Όμως ξέρουμε τώρα πώς η θρησκεία δεν είναι αναλγητικό όπως το όπιο που παρηγορεί και ελαφρύνει τον πόνο. Είναι βέβαια και ολίγον τέτοιο για τους απελπισμένους. Όμως το τι είναι δεν μπορείς να το καταλάβεις λογικά, αλλά μόνον μπορείς να το αισθανθείς. Μόνον η Ποίηση με την Ευαισθησία που την χαρακτηρίζει δίνει σαφώς το νόημα της θρησκείας. Έτσι ο Βάρναλης, ο υπέροχος αυτός ποιητής, αν και άθεος, μέσα στους στίχους, του ποιήματος «Θείος Λόγος» λέει:

 

πού τα μάτια μας πονούσανε απο το θάμπος, σα ναν τα χε κανείς

τρυπήσει με πυρωμένες βελόνες.

Καί μίλησε ο Θεός!

       Όμως  η καρδιά μας τον ένιωθε κοντά και φτερακούσε

δυνατά – κι όλο μας το κορμί έτρεμε και κρύωνε σαν την ώρα,

που πεθαίναμε. Κ’ έτσι βαθιά ταν η φωνή Του, σα

να βγαινε από μέσα μας. Κ` έτσι πάλι φαινότανε μακρινή,

σα να ρχότανε από την αρχή των Κόσμων.

 

Γι΄ αυτό και ο Κίρκεγκωρ μιλάει έτσι για ΦΟΒΟ και ΤΡΟΜΟ στο περίφημο συγκλονιστικό του βιβλίο, αναφερόμενος στο Θεό. Ο Μαρξ όμως όπως και ο Ένγκελς, έκθαμβοι από τα ΤΟΤΕ επιτεύγματα της επιστήμης μιλούν συνεχώς γι΄ αυτήν. Ήδη όμως πριν 40 χρόνια περίπου ο Καίσλερ έλεγε ότι πρέπει «Να βγάλουμε τον ζουρλομανδύα που φόρεσε στους προσανατολισμούς μας ο επιστημονικός υλισμός του 18ου και 19ου αιώνα». Μόνη της η σημερινή Επιστήμη ανέτρεψε τα προχθεσινά και χθεσινά δεδομένα της.

Και όμως μέσα στις ίδιες «Λογικές» προδιαγραφές μίλησε και ο εξαίρετος πολιτικός μας Φιλόσοφος Κορνήλιος Καστοριάδης. Παρά την τεραστία παιδεία που είχε, ΔΕΝ έλαβε υπ΄ όψιν το αποδεδειγμένο σήμερα ότι η Ποίηση και η Θρησκεία υπήρξαν πάντα σε όλους τους αιώνες και με όλες τις σχολές, προπαιδευτήρια Αυτουπέρβασης. Λέει λοιπόν ο Κορνήλιος ότι:

«Ο άνθρωπος οφείλει να αποδεχθεί τη θνητότητά του. Μια αληθινή δημοκρατία σημαίνει αποδοχή της θνητότητας. Η φυσική τάση του ανθρώπου εξ αιτίας της ψυχικής του αδράνειας, είναι να βρει έναν Κύριο εδώ ή στο Υπερπέραν. Όχι δηλ. αποδοχή της θνητότητας, αλλά φυγή προς μια ψευδαίσθηση. Σε γλώσσα Φροϋδική αυτό θα ήταν η Θρησκεία».

Εδώ βλέπουμε ότι και ο Καστοριάδης, μία σπάνια μορφή αξιόλογης φιλοσοφικής σκέψης, εκφράζεται καθαρώς διανοητικά παρ΄ ότι υπήρξε ο ίδιος Ψυχαναλυτής. Και ο Φρόϋντ άλλωστε μιλώντας για την Θρησκεία, την αποκαλεί κάπου μαζική νεύρωση. Και όμως ο Φρόϋντ είναι αυτός που απεκάλυψε την τεράστια καταπακτή του ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ. Το φοβερό αυτό «ντοστογιεφστικό υπόγειο», ερχόμενο από τον Φρόϋντ στο φως επέφερε μια επανάσταση στη Γνώση, άνευ προηγουμένου στην ιστορία του πολιτισμού.

Η Ψυχανάλυση διαψεύδει τη ρήση του Μαρξ ότι είναι «ο Άνθρωπος που φτιάχνει τη Θρησκεία» με το λογικό του σαν «ανασασμό» από το βασανισμό της Ζωής. Αυτό το ξέρει ο Καστοριάδης, αλλά δεν το λαβαίνει υπ΄ όψιν του. Και όμως ο Μαρξ στο μικρό τσιτάτο που παραθέσαμε, αν και λέει ότι: «Η θρησκεία είναι η αυτοσυνείδηση του ανθρώπου» αμέσως προσθέτει εν συνεχεία «που δεν βρήκε ακόμη τον εαυτό του». Τον εαυτό δηλ. που αρχίζει να αποκαλύπτει η Ψυχανάλυση σήμερα. Ο Καστοριάδης βιάζεται και αποδίδει στην ψυχή του ανθρώπου «Αδράνεια». Πού την βρήκε την αδράνεια ο Κορνήλιος; Ακόμη και η λαϊκή έκφραση λέει ότι: «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου». Αδράνεια είναι το Χάος της Αβύσσου;

Η Ψυχανάλυση, αυτόν τον άγνωστο «εαυτό» που λέει ο Μαρξ ότι τότε στα 1850 δεν τον είχε βρει ο άνθρωπος, τώρα και αρκετές δεκαετίες άρχισε να τον ανακαλύπτει. Τώρα ξέρουμε ότι το ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ κατευθύνει τις κινήσεις μας σε μεγάλο βαθμό, ερήμην της λογικής μας. Η θρησκεία λοιπόν δεν είναι η «αυτοσυνείδηση» που λέει ο Μαρξ, αλλά η Ασυνείδητη προβολή του κόσμου της ψυχής μας προς τα έξω. ΔΕΝ φτιάχνει ο άνθρωπος με το λογικό του τη Θρησκεία προς παρηγορίαν, αλλά η θρησκεία αντανακλά τις βαθύτατες ψυχικές ανάγκες των ανθρώπων καθώς αυτοί εκφράζονται πολιτιστικά. Γι΄ αυτό όλες οι θρησκείες στις λατρευτικές τους διαδικασίες, έχουν αποκλειστικό μέσο την Τέχνη, το Χορό, το Τραγούδι, τη Ζωγραφική, τη Μουσική, την καλλιτεχνική τελετουργία δηλ. την ΠΟΙΗΣΗ σε όλες τις εκδηλώσεις και τις μορφές της.

Επί χιλιάδες χρόνια η ΤΕΧΝΗ είναι αποκλειστικά εκδήλωση θρησκευτική. Σε πολύ προχωρημένο ιστορικό στάδιο, σχεδόν πρόσφατο, αυτονομήθηκε η Τέχνη από την θρησκευτική τελετουργία. Επί πλέον θα υπογραμμίσουμε ότι όχι μόνο τα μεγάλα θρησκευτικά συστήματα αλλά και οι πιο πρωτόγονες φυλές της Αυστραλίας και της Αφρικής, παρουσιάζουν Μάγους και Σαμάνους. Όλοι αυτοί αυθόρμητα εκφράζουν με άπειρη ποικιλία τρόπων και μεθόδων (πάντα ποιητικών – καλλιτεχνικών) εκφράζουν λέω αυτό το φοβερό άγνωστο περιεχόμενο του Ασυνειδήτου. Αυτό που οι μεγάλες θρησκείες ονομάζουν ΘΕΟ και οι φιλόσοφοι το χαρακτηρίζουν αφηρημένα άλλοτε ΕΙΝΑΙ και άλλοτε ΜΗΔΕΝ, δηλ. άπειρο ή χάος.

Ναι λοιπόν, από μια άποψη σωστά λέει ο Μαρξ «Ο άνθρωπος φτιάχνει την θρησκεία», εκφράζοντας την φοβερή αυτή εσωτερική δύναμη των ονείρων του Ασυνειδήτου που τον πιέζει ασφυκτικά. Αυτή τη δύναμη την σχηματοποιεί εξωτερικά σε σύμβολα, συνθέτοντας ψαλμωδίες και εικόνες, αγάλματα, ξόανα, τοτέμ, ποιήματα, ύμνους. Εξωτερικεύει έτσι κάθε άνθρωπος είτε πρωτόγονος είτε σύγχρονος, τον απύθμενο εσωτερικό του κόσμο, την σκοτεινή μαύρη τρύπα που αναδύεται από το βάθος του Ασυνειδήτου και τον οδηγεί προς το πεπρωμένο του! (Αισχύλος)

Ξέρουμε τώρα ότι κάθε άνθρωπος είναι ένα ΣΥΜΠΑΝ ολόκληρο, χωρίς όρια και μάλιστα από άποψη Ασυνειδήτου, ευρίσκεται εκτός του Χωρόχρονου. Η ανάλυση των ονείρων έχει αποδείξει με την Ψυχανάλυση, ότι σε αυτά, ο χρόνος έχει βγει από την τυπική γραμμική του τροχιά και είτε δεν λειτουργεί καθόλου είτε λειτουργεί σε άλλες χρονικές διαστάσεις.

Στο δεύτερο όμως μέρος θα ολοκληρώσουμε αυτόν τον συλλογισμό.

 

 

Η   ΕΚΣΤΑΣΗ   ΚΑΙ   ΤΟ   ΠΑΘΟΣ

Β΄

Στο πρώτο μέρος του σημειώματος περί θρησκείας, τονίσαμε ότι ο άνθρωπος την καλλιτεχνική και ποιητική του έμπνευση την εξέφραζε χιλιάδες χρόνια καθαρώς θρησκευτικά. Αυτήν ακριβώς την ποιητική του έξαρση που αυθόρμητα προέκυπτε, καθώς του προξενούσε κατάπληξη και δέος, την διοχέτευσε σε Λατρεία. Η θρησκευτικότητα λοιπόν που πηγάζει αυθόρμητα από μέσα του, μερικές φορές μάλιστα έντονα και πιεστικά, κάποτε παίρνει και εκκρηκτικό χαρακτήρα. Είναι ένα γεγονός που ο άνθρωπος δεν μπορεί να το τιθασεύσει γιατί αποτελεί συχνά την ουσία της ψυχικής του ύπαρξης. Είναι η συνεχής ανάγκη της ΑΥΤΟΫΠΕΡΒΑΣΗΣ.

Αυτές οι τάσεις και οι ανάγκες υπάρχουν από τότε που ο Άνθρωπος ΠΗΔΗΞΕ στην όρθια στάση και τη Λογική. Λέμε πήδηξε διότι στο στάδιο αυτό δεν φθάνουμε εξελικτικά, αλλά με την απότομη κίνηση της Μετάλλαξης. Η Επιστήμη σήμερα μας βεβαιώνει ότι όλες οι σοβαρές μεταβολές, ακόμα και αυτές στο ζωικό και φυτικό βασίλειο, πραγματοποιούνται με μεταλλάξεις. Αρκετά συχνά οι μεταλλάξεις αυτές καταστρέφουν και εξαφανίζουν το είδος ή άλλοτε το μεταμορφώνουν επαναστατικά. Με μία τέτοια μετάλλαξη ο άνθρωπος έφθασε στην Όρθια στάση και τη Λογική.

Από τη στιγμή που έφθασε στην όρθια στάση, άρχισε να κάνει ΣΕΞ Πρόσωπο με Πρόσωπο. Κανένα ζώο στο Γήινο βασίλειο δεν κάνει Σεξ έτσι. Παντού το αρσενικό πηδάει πάνω στο θηλυκό. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος έφθασε στο Σεξ Πρόσωπο με Πρόσωπο, ανακάλυψε το ΕΣΥ, το δεύτερο πρόσωπο, δηλ. το Σύμπαν. Έτσι έφθασε στην ερωτική Υπέρβαση, δηλ. στην πρώτη Έκσταση, τον βαθύ αυτόν συγκλονισμό του εσωτερικού του κόσμου, τον ΕΡΩΤΑ. Αυτές τις εκστάσεις ερμηνεύουν και εκφράζουν οι θρησκείες με τελετουργικούς τρόπους.

Η συνειδητοποίηση της συγκινήσεως έκανε τον άνθρωπο να ανακαλύψει την ύπαρξη του ψυχικού του κόσμου. Η θρησκεία που με τους Ιερείς εξέφρασε εξωτερικά και πρακτικά αυτή τη συγκλονιστική μεταβολή, και καθώς χρησιμοποιούσε πάντα ποιητικές και καλλιτεχνικές διαδικασίες, υπήρξε διαρκώς ένα σοβαρό σχολείο ΑΥΤΟΫΠΕΡΒΑΣΗΣ.

Η Αυτοϋπέρβαση που πραγματοποιείται με την ΕΚΣΤΑΣΗ, είναι μια τόσο ισχυρή ανάγκη του ψυχικού κόσμου, όσο και τα δύο παντοδύναμα ένστικτα των σωματικών λειτουργιών όπως αυτά της αυτοσυντηρήσεως με την τροφή και της διαιωνίσεως με το σεξ. Υπεράνω όλων αυτών η μυστηριώδης δύναμη της Λίμπιντο, ωθεί τον άνθρωπο με καλλιτεχνικές εκφράσεις στην Έκσταση! Γι΄ αυτό η θρησκεία ικανοποιώντας αυτήν την ανάγκη της ψυχής, διαμορφώνει την διαδικασία Λατρείας, με τραγούδι, σχέδιο, εικόνες, τοιχογραφίες, προσευχές, δοξολογίες, χορό, ποίηση, ψαλμούς, γονυκλισίες. Και όλα αυτά τα μέσα καθαρώς αισθητικά, καλλιτεχνικά, αισθησιακά, θεατρικά και αθλητικά. Στην αρχαία Ελλάδα οι ιερείς οργάνωναν τους αθλητικούς αγώνες που γινόντουσαν εν ονόματι των Ολυμπίων Θεών και του Διονύσου, αυτοί οργάνωναν και καλλιστεία και όλες τις πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Η ίδια η θρησκεία είναι μια καλλιτεχνική δημιουργία του Ανθρώπου. Και φυσικά, ως τέτοιο δημιούργημα και καθώς ανεπτύχθη σε τεράστιο βάθος χρόνου, πριν δηλ. επιτευχθεί αξιόλογη διανοητική Σκέψη, στηρίχθηκε στην Υπερβατική προδιάθεση του Ανθρώπου. Δεν χρησιμοποίησε τη λογική σαν μέσο, αλλά την ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ και την αισθαντική Αφαίρεση. Όλη αυτή η συγκλονιστική εκστασιακή προδιάθεση, διαμόρφωσε την έννοια του ΙΕΡΟΥ.

Η Ποίηση και γενικά η ΤΕΧΝΗ, και τώρα που έχει αυτονομηθεί από την θρησκευτική τελετουργία, είναι σαφέστατα και αναμφισβήτητα, μια κατάσταση δημιουργικής εκστάσεως. Όλα αυτά που οδηγούν στην Έκσταση, προέρχονται από εσωτερικές πιέσεις, δηλ. προκύπτουν, δεν αποφασίζονται από τη λογική. Ξέρουμε πλέον καλά ότι το ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΟ κατευθύνει τις τάσεις μας στη λογοτεχνική – καλλιτεχνική δημιουργία ερήμην της λογικής μας. Η Λογική με τις νοητικές διαδικασίες οδηγεί τις μηχανικές κινήσεις μας και οργανώνει, δεν δημιουργεί.

Παν ότι δημιουργείται καλλιτεχνικά, γίνεται μέσα σε ΕΚΣΤΑΣΗ! Και η προσευχή άλλωστε, που είναι μια τεχνική όλων των θρησκειών, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια μισο-συνειδητής απογείωσης από την ρεαλιστική πραγματικότητα και μεταφοράς σε κατάσταση σαφώς Εκστασιακή. Στο βαθμό που η αυτοβύθιση στην Έκσταση, επιτευχθεί σε μεγάλο ή και σε μικρό ακόμη βαθμό, η ισορρόπηση του νευρικού συστήματος και η αγαλλίαση του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, επιδρά πλέον ευεργετικά και στον καθαρά σωματικό οργανισμό. Έτσι η σταθερή ΠΙΣΤΗ και η παράδοση στο ΔΕΟΣ του Ιερού, οδηγεί με τις εκστασιακές διαδικασίες σπάνια μεν σε αυτό που λέμε Θαύμα σε όλες τις θρησκείες, συχνότατα δε σε ψυχολογικές εξισορροπήσεις και ανατάσεις εκατομμυρίων πιστών. Φυσικά υπάρχουν και οι φανατικοί όλων των δογμάτων, που δεν εκφράζουν παρά τις συσσωρευμένες ομαδικές νευρώσεις τους όπως πολύ χαρακτηριστικά περιέγραψε ο Φρόϋντ.

Πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ουσιαστικός ρόλος των θρησκειών είναι η Λατρεία, δηλ. διαδικασία καθαρά καλλιτεχνική. Τα μεγάλα θεωρητικά θρησκευτικά κείμενα (Ευαγγέλιο, Κοράνιο κλπ), πολύ σοβαρά από στοχαστική άποψη, απασχολούν κυρίως σοφούς μελετητές και διανοούμενους. Τα εκατομμύρια όμως των ανθρώπων πλησιάζουν τη Θρησκεία λατρευτικά. Ουσιαστικά αυτό είναι το σωστό. Το ΘΕΙΟ δεν πλησιάζεται με την Γνώση και την Παιδεία, αλλά με την ευαισθησία και την ψυχική έξαρση. Η ψυχική εξέλιξη του ανθρώπου έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Η Διανοητική έχει ακόμη δρόμο πολύ μπροστά της. Οι πληροφορίες και οι γνώσεις δεν τελειώνουν ποτέ.

Το ότι η τάξη των Ιερέων που εκτελεί τις λατρευτικές διαδικασίες, συγχρόνως επιζητεί εξουσία και υλικά αγαθά, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές τάξεις, δεν αλλάζει την ουσία και το βάθος του θρησκευτικού φαινομένου. Επαναλαμβάνουμε απλώς ότι κάθε θρησκεία και κάθε οργάνωση λατρευτικής εξειδικεύσεως, αποτελεί ουσιαστικά ένα σχολείο και μια προσπάθεια ΑΥΤΟΫΠΕΡΒΑΣΗΣ του ανθρώπου.

 

Γιάννης Κυριακάκος