Σωκράτης Φραγκέτης
Γεννήθηκε όταν ξημέρωνε μια λαμπρή ήμερα της Χριστιανοσύνης• την ημέρα των Αγίων Θεοφανείων της 6ης Ιανουαρίου 1906, στις Στραπουργιές της Άνδρου. Ο πατέρας του Φραντζέσκος Φραντζέτης (όπως υπέγραφε), ήταν Αποικιανός, γιος του Σωκράτη Φραντζέτη και της Αννέζας το γένος Μαρή από τις Στενιές.
Ο γέρο-Σωκράτης Φραντζέτης ένας από τους πιο καλούς νοικοκυραίους των Αποικιών, ήταν και μηχανικός στον Υδρόμυλο, τη γνωστή «Φάμπρικα» των Στενιών. Είχε τέσσαρες γιους και ο μεγαλύτερος ήταν ο Φραντζέσκος ο πατέρας του συγγραφέα, μαρμαροτεχνίτης το επάγγελμα. Την τέχνη του την έμαθε στην Αθήνα, εργασθείς και στην κατασκευή του Παναθηναϊκού Σταδίου όπου το 1896 ετελέσθησαν οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες.
Η γυναίκα του η κερ' Αννεζιώ. ήταν κόρη του Γιαννάκη  Ζούρα και της Βιολαντώς, το γένος Ραπτάκη.
Νήπιο, στα δυο του χρόνια, ο Σωκράτης είχε την ατυχία  να καταστραφεί οικονομικώς ο ανάδοχος του Ανδριώτης μεγαλοεφοπλιστής της εποχής εκείνης Δημήτρης Μωραΐτης, από τον οποίον η οικογένεια του περίμενε πολλά. Αλλά μια άλλη πολύ
χειρότερη στα δέκα του χρόνια, εσήμανε στροφή της πορείας της ζωής του. Έχασε τον πατέρα του νεώτατον μόλις 40 χρόνων. Και ενώ προορίζετο (ο Σωκράτης) να συνεχίσει σπουδές μετά το Σχολαρχείο της Άνδρου, στη Σύρο, να φοιτήσει στο εκεί Γυμνάσιο (τότε δεν είχε Γυμνάσιο η Άνδρος) όπως επιθυμούσε ο πατέρας του, και μετά τη Σύρο να κάμει πανεπιστημιακές σπουδές στην Αθήνα για εκπαιδευτικός, τον περίμενε μετά το θάνατο του πατέρα του σκληρή βιοπάλη κι' έμεινε με τα γράμματα του Σχολαρχείου.
Παρά ταύτα, ανέλαβε το 1936 την αντιπροσωπεία στην Άνδρο της εκδιδομένης στον Πειραιά εφημερίδας «Ανδριώτης» στην οποία έστελνε και ανταποκρίσεις, μέχρι το 1969 που διέκοψε την έκδοση της. Συνέχισε στην «Ανδριακή» του αειμνήστου Οδ. Γιαννούλη, μέχρις ότου περιήλθε η εφημερίδα στην κυριότητα της κ. Μόσχας Δερτούζου-Φωτοπούλου.
Ο Φραγκέτης ήταν μια καλλιτεχνική φυσιογνωμία και ασχολήθηκε στη νεότητα του με τη μουσική, ως μέλος της Φιλαρμονικής Άνδρου στα τμήματα Μανδολινάτας και Μπάντας.
Το 1983, χωρίς να έχει κάμει μαθήματα ανωτέρας μουσικής, κατέγραψε στο πεντάγραμμο τη μουσική του Μπάλλου καθώς και άλλων παραδοσιακών σκοπών της Άνδρου. Για το επίτευγμα του αυτό έτυχε θερμών συγχαρητηρίων από εκλεκτούς μουσικούς, από ένα μουσικοσυνθέτη τον κ. Ηλ. Μπέρτον, από την Γαλλίδα μουσικολόγο κ. Annie Coffre, η οποία έτυχε το 1987 να βρίσκεται στην Ελλάδα. Ήλθε και στην Άνδρο προς μελέτην της παραδοσιακής μουσικής του νησιού και επισκέφθηκε τον Φραγκέτην. Εξ άλλου ο κ Δημ. Οικονομόπουλος, σπουδαστής κλασσικής μουσικής,με δημοσίευμα του το 1991 στην εφημ. «Κυκλ. Φως», εξήρε την αξιόλογη αυτή δουλειά του Φραγκέτη.
Άλλο, αναμφισβήτητα σπουδαίο ταλέντο του Φ. ήταν η ζωγραφική. Αν και αυτοδίδακτος, η τέχνη του δεν υστέρησε της τέχνης καλών ανεγνωρισμένων ζωγράφων. Πολλά έργα του μπορούσαν να βραβευθούν, όπως έγινε με μια θαλασσογραφία του που βραβεύτηκε με Α' βραβείο σε καλλιτεχνικό διαγωνισμό στην Αθήνα.
Με τη ζωγραφική άρχισε να ασχολείται από το 1973 συστηματικά και στη μεγάλη ηλικία των 67 χρόνων. Λόγω όμως ασθενείας του την σταμάτησε μάλλον γρήγορα, το 1984.
Και για την ποίηση ο Φ. δεν έμεινε αδιάφορος και άρχισε από νέος να γράφει στίχους για να ικανοποιεί ενδόμυχους σκέψεις και ιδέες του, τα συναισθήματα του, να στιχουργεί γεγονότα και περιστατικά της ζωής του, να υμνεί κάθε ομορφιά, τις φυσικές καλλονές της Άνδρου, τη θάλασσα που την περιβρέχει, με τα δαντελωτά ακρογιάλια της, τα φαντασμαγορικά ηλιοβασιλέματα κ.ά.
Οι στίχοι του, που δεν τους γράφει για να αποκομίζει  επαίνους, είναι απλοί, ρεαλιστικοί με νοητή εικόνα του περιεχομένου τους.
(Από τη συλλογή Ανδριώτικα Αναπολήματα – στίχοι ενός φυσιολάτρη, Αθήνα 1994)
Έχουν μέτρο, ειρμό, καλή ομοιοκαταληξία και λυρισμό. Όλα αυτά με μια καλή απαγγελία προσφέρουν στον ακροατή μια υπόκωφη και γλυκεία αρμονία.
Και κάτι άλλο για το συγγραφέα του βιβλίου. Τον ρώτησα μια μέρα: -Ποια μουσική σου άρεσε περισσότερο στη ζωή σου φίλε μου; Μα.. οι «Συμφωνίες» των αηδονιών την άνοιξη, μέσα σε ρεματιές και σε πρασινοστόλιστες πηγές! Μου απάντησε.
Αυτός ήταν και είναι ο Φραγκέτης, ένας ρομαντικός, με καλλιτεχνική ψυχή, πολυταλαντούχος και φυσιολάτρης άνθρωπος.


ΑΝΑΠΟΛΗΜΑΤΑ
Μεσ' το νησί μου γνώρισα από παιδί τη θάλασσα.
Χαιρόμουνα την άπλα της και την υγρή αγκαλιά της.
Ποτέ μου εγώ σαν φίλος της μαζί της δεν τα χάλασα
κι' ήταν σε με αγαπητή η κάθε ακρογιαλιά της.
Μα και σαν ήμουν έφηβος δεν την αποχωρίστηκα
κι' ούτε ποτέ με τρόμαξαν τ' άγρια κύματα της.
Κι' όταν σ' ένα καράβι της το «ντογκερί» του ντύθηκα
έγινα μεσ' τα νιάτα μου δικός της ναυτεργάτης.
Μα τώρα στα γεράματα στο γνώριμο ακρογιάλι της
καθώς την βλέπω άγρια, θολή, φουρτουνιασμένη,
φόβο μου διν' η όψη της ως είναι στην κραιπάλη της
όταν με βόγγο της ξεσπά στους βράχους μανιασμένη.
Κι' αυτό απ' όσα πέρασα και μείναν αναμνήσεις,
που ζουν τώρα στη σκέψη μου, μεσ' στη στερνή ζωή μου.
Με δέος μένει ο άνθρωπος μπρος στους θυμούς της φύσης.
Έτσι και με τη θάλασσα εγώ μεσ' το νησί μου.

ΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΝΔΡΟΣ
Της Άνδρου η ατμόσφαιρα ζωογονεί ανθρώπους
σαν τα νερά που χύνονται σε ξηραμένους τόπους.
Έχει δροσιές των μελτεμιών και των πολλών πηγών της
κι' απ' τα τρεχάμενα νερά κήπων και ρεματιών της
κι' από τα κελαρύζοντα σε μαρμαρένιες κρήνες
όπου τις γλυκοψέλνουνε αηδόνια, καρδερίνες.
Θάλασσα πεντακάθαρη μοναδική για μπάνια,
που αγκαλιάζει κότερα στης Άνδρου τα λιμάνια.
Σε παραλίες μ' αμμουδιές χρυσαφοστολισμένες,
η νεολαία λούζεται με ξανθομάλλες ξένες.
Κορμιά πλασμένα που θαρρείς από τεχνίτη σμίλη.
Κορίτσια με χαμόγελο γλυκό στα δυο τους χείλη.
Όσοι την επισκέπτονται την Άνδρο ξαναπάνε
όπου στη δεύτερη χρονιά διπλά την αγαπάνε.

ΑΛΛΑΞΟΚΑΙΡΙΑ
Η μια την άλλη αστράφτουνε οι λάμψεις στο στερέωμα
είναι στιγμές που φαίνονται μ' αχτινοβόλο φως
κι' όλες τους αντικρύζονται σαν ένα υπερθέαμα
που είναι για τον άνθρωπο δέος και θαυμασμός.
Από τις λάμψεις κι' ύστερα έρχονται και παρέρχονται
βροντές λες κι' έχουν πόλεμο στοιχειά - βομβαρδισμός!
Κι' ενώ η μάχη μαίνεται θαρρεί κανείς πως έπονται
μύρια κακά, το τέλος μας, του κόσμου ο χαλασμός.
Μα όλα τα φαινόμενα σε μια στιγμή αλλάζουνε.
Η μάχη πνέει τα λοίσθια και ησυχάζει ο νους
κι' αμέσως μιας νεροποντής πολλά νερά παφλάζουνε
και λες από ουράνιους ότι κυλούν κρουνούς.
Νερά με βία έρπονται στους δρόμους και στα ρέματα
κι' όπως κατηφορίζουνε τ' απορροφά η γη.
Κυλούνε κι' αλαλάζουνε και σαν να ήταν ψέμματα
σε λίγο όλ' αλλάξανε σαν έπαψε η βροχή.

ΕΠΙΘΥΜΙΑ
(Αφιερωμένο στον καλόν οργανοπαίκτην της Άνδρου
Νίκο Ζούρα - Καμπεράκη)
Θα 'θελα πάλι να 'μουνα σαν πρώτα παλληκάρι
να 'σερνα πάνω στο βιολί που παίζει το δοξάρι
γλυκούς σκοπούς και να 'κουγαν τ' αγαπημένα νιάτα.
Μπάλλο, Συρτό, Χασάπικο, να 'κουγαν και την Τράτα.
Τσάμικο, Καλαματιανό, Ζεϊμπέκικο και Σούστα
να φτερουγούσε στο χορό της κοπελιάς η φούστα.
Να τραγουδούσανε οι νιοί μαζί με τα κορίτσια
σαν να κελαϊδούσανε αηδόνια και κοτσύφια.
Μα τώρα πια σταμάτησα να παίζω σε δουλειές μου
και το βιολί το πρώτο μου δεν βγάζω από τη θήκη.
Σαν πρώτα στα γεράματα δεν παν οι δακτυλιές μου
και μόνο η αναπόληση τώρα σε μεν' ανήκει.

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

Όταν το ξύλο είναι στραβό ποτέ του δεν ισιώνει
ωσάν τον νάνο τον... λειψό που άλλο δεν ψηλώνει
  (Ακατόρθωτο)
Χωρίς το «ντε» ο γάιδαρος βήμα ποτέ δεν κάνει
αλλά σαν πέσουνε ξυλείες αλήθεια ποιος τον πιάνει;
       (Επιβολή)
Καθώς περνάει ο καιρός θα γειάνει μια πληγή σου
έτσι περνάει κι' ο θυμός μαζί με την οργή σου.
                               (Υπομονή)
Όταν την πίττα δεν την τρως γιατ' έτυχε καμμένη
πώς θες να γειάνει ο γιατρός μια μισοπεθαμένη;
                               (Ματαιοπονία)
Δεν φτάνει να 'σαι ψιττακός και να μαϊμουδεύεις,
σαν δεν μπορείς να εκτελείς εκείνο που στοχεύεις.
                               (Απραξία)
Όταν ένα συνάνθρωπο αποκαλούν «καμπούρη»,
κάλλιο αυτό παρά να λεν πως έχει χοίρου μούρη.
                               («Το μη χείρον βέλτιστον»)
Κάμε καλό, όμως μπορεί να βρεις και τον μπελά σου
και να κατηγορηθούνε γι' αυτό την αφεντιά σου.
                               (Αχαριστία και φθόνος)
Όποιος τον τόπο του ωφελεί πρέπει να αγαπιέται
να γίνεται παράδειγμα και να μη λησμονιέται.
                               (Εκτίμηση και ευγνωμοσύνη)
Για ν' αγαπήσεις άνθρωπον όπως τον εαυτόν σου,
πρωταρχικό πρέπει να βρεις ποιος θάν' ο εκλεκτός σου.
                               (Περίσκεψη)
Αν υπερέχεις στη ζωή σε ηθική αξία,
δεν θα σε φτάνει μόνο αυτή σε πλούτου κοινωνία.
                               (Χρειάζονται περγαμηνές)
Μη κάνεις φίλον έμπιστον πριν τον ψυχολογήσεις,
και αν τον βρεις όπως τον θες, έ, τότε μην αργήσεις!   
                               (Προσοχή)
Σαν έχεις πίστη στον θεό κακό να μη φοβάσαι,
και αν σε κατατρέξουνε δικαιωμένος θα ' σαι.       
                               (Φιλόθρησκος)

ΤΟ   ΛΙΜΑΝΙ   ΜΑΣ
(ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ)
Τί καταιγίδα ήταν αυτή; Σωστή θεομηνία!
Αγριεμέν' η θάλασσα ξεσπούσε με μανία
απάνω στο λιμάνι μας για να το προσπεράσει
στην αμμουδι' ανεμπόδιστα να φτάσει, να κοπάσει.
Να καταπιεί στα βάθη της ό,τι βρεθεί μπροστά της
με θύελλα πρωτόγνωρη κι' οργή στα κύματα της.
Ενώ πιο πέρα στ' ανοιχτά όγκοι τρανοί κυμάτων,
φαίνονταν όλα ταπεινά μπροστά στο πέρασμα των.
Τώρα απόμεινε σβηστό και ισοπεδωμένο
το άτυχο λιμάνι μας μισοκατεστραμμένο.

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΓΑΥΡΙΟΥ
Τόπος χαράς αλλά και μιας πρόσκαιρης είναι λύπης
σαν ταξιδέψεις για να πας κάπου αλλού, να λείπεις.
'Η όταν θα ξανάρχεσαι σ' ευλογημένη ώρα
από μιαν άλλη μακρυνή πέρ' από ξένη χώρα.
Διπλό 'ναι το συναίσθημα σ' όποιον θα 'ρθεί ή φύγει.
Άλλοτε νιώθει της χαράς, κι' άλλοτε λύπης ρίγη.
Είναι στιγμές που δάκρυα κυλούν για εν' αγόρι
σαν φύγει πρωτοτάξιδο για «μπάρκο» σε βαπόρι.
Γυναίκες ανεμίζουνε μαντήλια - χαιρετάνε
όσους αφήνουν το νησί και σ' άλλα μέρη πάνε.
Φεύγει καθένας με ευχές πολλές και δακρυσμένος
για να βρεθεί σ' άλλη στεριά στους ξένους μέσα ξένος.
Όσοι αρμενίζουν ναυτικοί κι' άλλοι για κει που μένουν
του γυρισμού να 'ρθεί στιγμή ποθούν και περιμένουν.
Και τότε ανθεί χαμόγελο στου νιόφερτου τα χείλη,
δικοί του σαν το δέχονται και συγγενείς και φίλοι.
Είναι ανείπωτ' η χαρά σ' αυτόν που καταφθάνει
και με το γέλιο του πατά του Γαύριου το λιμάνι

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟ
Όρτσα πια καπετάνιε μου και φτάσαμε στο Κόρθι
κι' ας μείναν στην κουβέρτα μας ολίγοι ακόμα ολόρθοι.
Η μανιασμένη θάλασσα ώρες πολλές το δέρνει
το έρμο το πλεούμενο που δώθε - κείθε γέρνει.
Πότε πως φεύγει... ο ουρανός νομίζουμε στη ζάλη
μ' αντάμα του τα σύννεφα και την ανεμοζάλη.
Και πότε πώς ξεκίνησε μέσα στη σκοτοδίνη
η διπλανή μας η στεριά και πάει και μας αφήνει.
Η τραμουντάνα που μ' ορμή δεν παύει να ξεσπάει
σφυρίζει έν' άγριο σκοπό καθώς περνά και πάει.
Η θάλασσα πελώρια κύματα - φίδια βγάζει.
Άντε να σκαπουλάρουμε τ' ασίγηστο μπουγάζι.
Τη Λεβαντάρ' αφήνουμε και πάμε για το Κάστρο
κι' εκεί που θ' αριβάρουμε χαζίρι να 'σαι μάστρο-
Δημήτρη μου στη μηχανή οπότε μάνι - μάνι
θα μπούμε να φουντάρουμε στης Άνδρος το λιμάνι.
(Από ένα ταξίδι με «ποστάλι» από τον Πειραιά
Στην Άνδρο το 1938)