Ποίηση, μερικά βασικά στοιχεία (και μερικά όχι)..


Η ποίηση φαίνεται να επαληθεύει τον ορισμό που λέει ότι ένα ποίημα είναι κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί με άλλο τρόπο.
Η συνολική του επίδραση είναι μεγαλύτερη από την ακριβή σημασία οποιουδήποτε μέρους του.

Στο υπερρεαλιστικό ποίημα η κεντρική εικόνα - ιδέα ενοποιεί τις εσωτερικές και εξωτερικές πραγματικότητες και ρίχνει τα φράγματα μεταξύ της ασυνείδητης και ενσυνείδητης αντίληψης, μεταξύ φαντασίας και αντικειμενικής πραγματικότητας.
Σαν ένα όνειρο, το αντιλαμβάνεσαι, το αισθάνεσαι  αληθινό, έχει μια συναισθηματική μάλλον αν όχι αντικειμενική αλήθεια.
Η έμφαση δίνεται περισσότερο στην καλλιέργεια του συναισθήματος παρά στην διανόηση.
Η ιδέα είναι να μην κλείνουμε τα μάτια αλλά να προσπαθούμε να διακρίνουμε τα οράματα, οράματα που δεν δημιουργούνται από τον ποιητή, ο οποίος παρευρίσκεται απλά ως θεατής στη γέννηση  του στοχασμού του.

Δεκάχρονο αγόρι που συλλογιέσαι
Σε θάμπωσαν τα σμαράγδια των κολεοπτέρων
Σε πίκραναν οι σφήκες των προεστών
Που σε αγαπούν εν τούτοις
Όταν δεν κράζει ο πετεινός στο κόκκινο ξημέρωμα
Του αντικρινού σπιτιού των ρόδων.

                                                         Α. Εμπειρίκος.  Απόσπασμα από την "Αρμονία"

Ποιος ανεμίζει πάνω σε τούτο το νησί
την ομορφιά, ποιος αγγίζει το στήθος της ανατολής
τις θηλές του νόστου, ποιος γέρνει
στους κύκνους και στα προσκέφαλα της εσπέρας.

                                                          Α. Λεβίδης .  Απόσπασμα από "Τα ανδρόγυνα"

Ο ρόλος του περιορίζεται ουσιαστικά στην λεπτομερειακή καταγραφή των θεαμάτων και απόψεων που έχει προσκληθεί.
Μερικοί λόγοι που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη χρήση της υπερρεαλιστικής έκφρασης:

  1. Η δημιουργία πιο πλούσιου και ευρηματικού έργου.
  2. Η απόχτηση βαθύτερης αυτογνωσίας
  3. Απλά για παιχνίδι.
  4. Για την εκμάθηση τεχνικών από την παράδοση της ρομαντικής        λογοτεχνίας.

Η λέξη ρομαντισμός όταν αναφερόμαστε στην λογοτεχνία δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι που έχει να κάνει με τον έρωτα, αλλά υπονοεί τον υποκειμενικό ή συναισθηματικό τρόπο αντίληψης του κόσμου.
Η υπερρεαλιστική ποίηση έχει συνδεθεί με την αυτόματη γραφή.
Το ασυνείδητο αφήνεται ελεύθερο να εξωτερικευτεί χωρίς τους περιορισμούς της λογικής σκέψης, μέσα από μια κατάσταση που μοιάζει με έκσταση.
Ο ποιητής προσωρινά μετατρέπεται σε εκστασιασμένο μάντη, σε διαλογιζόμενο που πέφτει σε έκσταση και ο εσωτερικός του κόσμος (εικόνες, ιδέες, σχήματα) ξεχύνονται ελεύθερα από τη φυλακή του λογικού και αυτούσια περνάνε στους στίχους.
Η αυτόματη γραφή έχει συνδυαστεί με τα κινήματα της avant - garde και της ρομαντικής λογοτεχνίας του τέλους του 19ου, και της αρχής του 20ου αιώνα.
Περιλαμβάνει σχολές όπως ο συμβολισμός, ο ντανταϊσμός και ο υπερρεαλισμός (αν και χαρακτηρίζει καθοριστικά τον τελευταίο).

Το σύμβολο είναι ένα αντικείμενο που αντιπροσωπεύει μία αφηρημένη οντότητα.
Ο συμβολιστής θα μπορούσε να γράψει ένα ποίημα που να περιέχει ένα μαύρο ρόδο, ένα δένδρο που οι ρίζες του αγκαλιάζουν σφικτά ένα αρχαίο βράχο, ή ένα πρόσωπο χωρίς μάτια.
Παρόλο που η σημασία των συμβόλων μπορεί να είναι άγνωστη, το συναίσθημα κάνει αυτόματους συσχετισμούς που συμβάλλουν στη σύνθεση μιας περιρρέουσας ατμόσφαιρας.

Αλλού δεν αντίκρισα θύελλες, γιομάτες
άρωμα οργασμού στην πεντάμορφη βλάστηση,
στο μέστωμα του χρόνου, σε γυμνά κλαδιά
και στα χέρια ικεσίες και τραγούδια στα δένδρα
κι άλλους πολλούς, που δεν είχαν
τη γνώση΄των κήπων και της θάλασσας,
που δεν γνώριζαν παρά μόνο νεκρούς.

                                             Α. Λεβίδης (Ρίζες και μνήμες)

Μια πηγή τέτοιου συστήματος συμβόλων είναι τα όνειρα.
Με αυτή την έννοια οι εικόνες των ονείρων είναι η ποίηση που δημιουργούμε όταν κοιμόμαστε.

Η ποίηση των φτασμένων ποιητών είναι αναγνωρίσιμη.
Η φωνή είναι ένα στοιχείο αναγνώρισης κάθε ποιητή.
Το να έχεις αναπτύξει την δική σου φωνή σημαίνει ότι έχεις ωριμάσει ως ποιητής, ότι έχεις τον έλεγχο της τεχνικής και του περιεχομένου και ότι έχεις αναπτύξει δικό σου ύφος.
Ο τόνος είναι μια πλευρά της φωνής, μια έκφραση της στάσης του ποιητή ως προς το θέμα-αντικείμενο του ποιήματος: Ειρωνικός ή οργισμένος τόνος κλπ.
Τι συνιστά τον τόνο; Οι λέξεις και όλες οι επιλογές που κάναμε όταν τις χρησιμοποιούμε.
Το ίδιο συμβάν π.χ. θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ραντεβού,
συνάντηση, συνάθροιση, σύσκεψη.
Μερικές φορές ο τόνος σε ένα ποίημα δείχνει τον χαρακτήρα του ομιλητή.
Οι αλλαγές τόνου που προκύπτουν από διαφορετικές επιλογές λέξεων  υποβάλλουν σε εκδοχές που ποικίλουν από ενοχή σε απειλή, φανατισμό ή γοητεία.
Μπορούμε να εξερευνήσουμε ή να υπερτονίσουμε  το δικό μας χαρακτήρα με τη χρήση ενός ορισμένου τόνου, ή να προχωρήσουμε ακόμα περισσότερο και να δημιουργήσουμε μία τελείως διαφορετική ταυτότητα (Περσόνα).
Ας δούμε ένα παράδειγμα από την ποίηση της Ειρήνης-Φάνιας Παπιδά:

Εορτασμός χαρμόσυνος ήταν απόψε
η επιστροφή σου
συρροή φίλων και λουλουδιών είχαν
πλημμυρίσει την αυλή σου -
Ήμουν κρυμμένος στη μαρμαρένια σκάλα
και φοβισμένος μην προδοθώ απ` τους
κτύπους της καρδιάς μου- Τι αγωνία,
τελικά ήλθες, όχι μόνη, κάποιος
σου κρατούσε το χέρι..

Αν και είναι αλήθεια ότι έχουμε πολλές επιλογές χειρισμού της φωνής και επομένως του αποτελέσματος οποιουδήποτε ποιήματος, χρησιμοποιούμε την λέξη φωνή για να περιγράψουμε το λίγο ως πολύ διαχρονικό ύφος ενός ποιητή.

Μία περιγραφή της μοντέρνας ποίησης είναι ότι χρησιμοποιεί τα πρότυπα της συνήθους ομιλίας.

Μπορούμε να ταξινομήσουμε την ποίηση ως λυρική, αφηγηματική, δραματική, και διδακτική.

Η δραματική ποίηση κατά τον Αριστοτέλη έχει να κάνει με την ιδέα της μίμησης της πραγματικότητας.
Μερικοί μοντέρνοι συγγραφείς όπως ο Έλιοτ και ο Λόρκα έχουν γράψει ποιητικό δράμα, αλλά είναι μάλλον η εξαίρεση.
Αυτό που κάποτε ήταν η κυρίαρχη μορφή σήμερα πρακτικά έχει εξαφανιστεί.

Η αφηγηματική ποίηση εξ άλλου είναι η φωνή του ποιητή που μας μιλάει για κάτι.
Ένα έπος όπως η Οδύσσεια είναι κλασική αφηγηματική ποίηση.
Σήμερα τα επικά ποιήματα φαίνεται να έχουν αντικατασταθεί από επικές νουβέλες και ταινίες.
Η αφήγηση ιστοριών στην σύγχρονη ποίηση είναι πολύ πιο σύντομη από ότι ήταν στα έπη.

Ο Αριστοτέλης δεν έκανε μνεία της λυρικής ποίησης, συνεπώς αυτή είναι μεταγενέστερη. Συνίστατο σε ένα τραγούδι προορισμένο να εκτελείται και να συνοδεύεται από την λύρα.
Η ίδια έννοια υπονοείται όταν αναφερόμαστε στους στίχους ενός τραγουδιού ως "Lyrics".
Η λυρική ποίηση που εξελίχθηκε σε ποίημα προορισμένο να αναγνωστεί από ένα κείμενο μάλλον, παρά να τραγουδηθεί κυριαρχεί στις μέρες μας. Μπορεί να είναι προσωπική, συναισθηματική ή μουσική, με την έννοια ότι περιέχει στοιχεία ρυθμού και ομοιοκαταληξίας που είναι αναπόσπαστα μέρη της.
Ακόμα μπορεί να είναι οργανωμένη συνειρμικά παρά χρονολογικά, και συμπιεσμένη, έτσι ώστε να παραπέμπει μάλλον παρά να περιγράφει κατά γράμμα.
Αν θέλαμε να εκφράσουμε με μία λέξη τα κύρια χαρακτηριστικά του λυρικού ποιητή αυτή θα ήταν το συναίσθημα.

Η διδακτική ποίηση έχει συνδεθεί με στενά ηθικά μαθήματα και κακογραμμένους στοίχους με αποτέλεσμα να πέσει σε ανυποληψία.
Παρ` όλα αυτά αρκετά καλά ποιήματα έχουν διδακτικά στοιχεία.

Η καλύτερη ποίηση υπεισέρχεται σε κάτι παγκόσμιο, που όμως ανανεώνεται κατά την διαδικασία της συγγραφής του ποιήματος.
Είναι σημαντικό να διακρίνει κανείς μεταξύ της δημιουργικής χρήσης των παγκοσμίων θεμάτων και της έλλειψης φαντασίας που καταλήγει σε στερεότυπα.
Η σημαντική ποίηση ενέχει δύο παράδοξα στοιχεία.
Αφ` ενός το αναγνωρίσιμο υλικό της προκαλεί κάποια κοινή θετική ανταπόκριση, αφ` ετέρου ποιότητες όπως η μοναδικότητα και η ατομικότητα μας εισάγουν στην άποψη του άλλου.
Το ζήτημα των συχνά απαντόμενων θεμάτων στην λογοτεχνία σχετίζεται με τη σύλληψη της ιδέας των αρχετύπων από τον Γιουνγκ.
Αρχέτυπο σημαίνει αρχαίο πρότυπο.
Η εικόνα του αρχέτυπου μας γυρίζει πίσω στα πρώτα πρότυπα, την αρχή των πραγμάτων, και είναι κοινό στοιχείο στα όνειρα, στο θρησκευτικό τελετουργικό, στην τρέλα, στην έκσταση, στην τέχνη, και στην λογοτεχνία.
Με αυτό το σκεφτικό μία εικόνα όπως αυτή της θάλασσας είναι αντιπροσωπευτική του αρχέτυπου του αιώνιου αλλά και άλλες εικόνες όπως τα τούνελ, οι λαβύρινθοι, οι πτώσεις, ο πνιγμός, ο παράδεισος, η μητέρα, έχουν μία άμεση γεύση αρχέτυπου.
Τέτοιου είδους εικόνες όχι μόνο αναδύονται απρόσκλητες από το ασυνείδητο, αλλά από τη στιγμή που γίνονται αντιληπτές δημιουργούν βαθιές συναισθηματικές αντιδράσεις πράγμα το οποίο τις κάνει εξαιρετικά χρήσιμες για τον συγγραφέα.

Ο Γιουνγκ ονόμαζε αυτήν την παγκόσμια αποθήκη εικόνων "συλλογικό ασυνείδητο".
Η Paola Minucci καθηγήτρια στο τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Ρώμης είχε την ιδέα να παραβάλλει αποσπάσματα των Ελύτη και Γιουνγκ για να τονίσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα τους (άρθρο της στο περιοδικό Χάρτης, 1986).
Σε μία σημείωση, αναφέρει ότι ο Ελύτης της εκμυστηρεύτηκε ότι υπάρχουν στην βιβλιοθήκη του όλα τα βιβλία του Γιουνγκ  και ότι αν ζούσε (ο Γιουνγκ) θα ήταν ο καλύτερος αναγνώστης του "Άξιον Εστί".
Ας προσπαθήσουμε να αντιπαραβάλλουμε μερικά αποσπάσματα από το έργο τους.

Γιουνγκ: Υπάρχει μια άλλη ζωή που περιβάλλει, υπερβαίνει τη                       συνειδητή ζωή. Είναι η ζωή του ασυνειδήτου.

Ελύτης:   πίσω από την θραυσματική όψη των φαινομένων,
                υπάρχει μια διάρκεια σταθερή... που αντιστοιχεί στη ροή
                μιας άλλης ζωής (Εν Λευκώ)

Γιουνγκ: Το ασυνείδητο είναι ο μεγάλος Άγνωστος

Ελύτης:   Οι ποιητές "πατούνε μέσα στο Άγνωστο"
               (Ανοιχτά Χαρτιά)

Ίσως ο κοινός σύνδεσμος του Γιουνγκ με τον Ελύτη να είναι ο αινιγματικός κόσμος των ιδεών του Πλάτωνα, η τα Ακασικά πεδία της ινδικής φιλοσοφίας που τόσο αγαπούσε ο Γιουνγκ.

Πολλές φορές σε συζητήσεις για τη σύγχρονη ποίηση ο όρος "εικόνα βάθους" χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στη σημασία του ασυνείδητου ως σημαντική πηγή καλολογικών στοιχείων.
Θα μπορούσε να τον σκεφτεί κανείς σαν ένα αναπάντεχο συνειρμό πού παραπέμπει σε μία νέα οπτική (όπως π.χ. στην υπονοούμενη σύγκριση μεταξύ ωχρών προσώπων και πετάλων λουλουδιών).
Ο ποιητής λοιπόν αφήνει το ασυνείδητο να δημιουργήσει αυτούς τους συνειρμούς, που με αυτό τον τρόπο γίνονται πιο δυνατοί από αυτούς που παράγονται με τη λογική.

Ο Μύθος και η κατασκευή μύθων είναι δύο άλλοι όροι προς εξέταση.
Ένας μύθος χρησιμοποιεί αρχέτυπα και παγκόσμια θέματα, και παρέχει ενιαίο πλαίσιο και συνοχή για ένα γενικότερο σύνολο ιδεών και αντιλήψεων.
Θα μπορούσαμε να ορίσουμε τον μύθο ως μία εξήγηση για το πως προέκυψε κάτι, πως δημιουργήθηκε ο κόσμος, πως απέκτησε ο άνθρωπος τη φωτιά κλπ.

Παράξενη φυσιογνωμία αυτός ο γέροντας μου θύμιζε
μακρόσυρτες πορείες αποδημητικών οδοιπόρων
η τη γέννηση του πρώτου ύπνου στο δάσος,
την πρώτη άπνοια στο βυθό της θάλασσας.

.................................................................................................................

Όλα τα πράγματα τον περιστοίχιζαν
χωρίς να υπάρχουν. Όμως αυτός ήταν,
από τότε που δεν είχε εφευρεθεί ο θάνατος,
λαξεμένος από αθέατους καλλιτέχνες, ανέμους
και χιλιάδες πυρακτωμένα καλοκαίρια,
καθώς είχαν σφραγιστεί στη μορφή του
όλες οι ηλικίες και τα πρόσωπα του Νησιού.

                               Α. Λεβίδης. αποσπάσματα από τον "Γέροντα του νησιού"

Η μυθοποιία είναι η διαδικασία της ενσυνείδητης κατασκευής μύθων, σε αντίθεση με τους δημώδεις και ανώνυμους μύθους που ξεπήδησαν από την συλλογική κουλτούρα.
Με τη χρησιμοποίηση μορφών και ιστοριών που προέρχονται από μύθους, ο ποιητής μπορεί να δημιουργήσει ένα πλαίσιο για μοντέρνες ιδέες ή καταστάσεις, ή να μετατρέψει πτυχές της δικής του ζωής σε μία "προσωπική μυθολογία", έτσι ώστε οι αντιλήψεις του να έχουν μεγαλύτερη αποδοχή.

Η λέξη μορφή χρησιμοποιείται για τη δομή ενός ποιήματος, είτε αυτή είναι καθορισμένη και κανονικοποιημένη (όπως στο σονέτο) είτε όχι (όπως στον ελεύθερο στίχο).
Ελεύθερος στίχος δεν σημαίνει απαραίτητα κάτι χαοτικό, αλλά μάλλον ότι ο ποιητής εξελίσσει την μορφή οργανικά καθώς γράφεται το ποίημα, και η μορφή είναι αναπόσπαστο μέρος του περιεχόμενου.
Μερικές φορές ο ελεύθερος στίχος (που είναι σήμερα η κυρίαρχη μορφή ποίησης) θεωρείται ως ανταγωνιστικός με τις καθιερωμένες παραδοσιακές μορφές που χρησιμοποιούν ομοιοκαταληξία και μέτρο.
Είναι η κλασσική πάλη του παλιού με το νέο, του ανεκτικού με το αυστηρό, του προοδευτικού με το συντηρητικό.
Έξω από όλα αυτά, η επιλογή του δημιουργού να μη περιορίζεται από κανόνες αυξάνει τόσο τις δημιουργικές του δυνατότητες, όσο και την ικανότητα του για καινοτομίες και ανανέωση.


Υπερρεαλισμός και Ανατολική σκέψη


Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει τον ερευνητή που έρχεται σε επαφή με την ιστορία του Υπερρεαλισμού είναι η έλλειψη συνέπειας που χαρακτηρίζει την δράση και στάση ζωής των υπερρεαλιστών σε σχέση με τις ίδιες τις διακηρύξεις  που προσδιόρισαν τον χαρακτήρα του "Υ" κινήματος.
Η ίδια ασυνέπεια είναι εμφανής και στη μεθοδολογία συγγραφής των ''Υ" ποιημάτων όσον αφορά τις αρχικές κατευθυντήριες γραμμές.
Από την άλλη είναι αδύνατο να παραγνωριστεί η αξία του "Υ" κινήματος, ως μέσο με το οποίο έγινε δυνατή μία νέα προσέγγιση στην αντίληψη του κόσμου, αλλά και ως φορέα του ανέμου της αλλαγής που απελευθέρωσε τον ποιητή από βασανιστικές νόρμες.
Επομένως δεν θα ήταν χωρίς αντικείμενο η περαιτέρω διερεύνηση  και διεύρυνση τόσο του ιδεολογικού υπόβαθρου του κινήματος όσο και των μεθοδολογιών που καθόριζαν τη συγγραφή των ποιημάτων.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι τα κύρια χαρακτηριστικά του "Υ" ποιήματος  είναι η αποδόμηση των λογικών σχέσεων που συνδέουν μεταξύ τους τόσο τις υποκειμενικές εικόνες των άπειρων υλικών σωμάτων όσο και των πνευματικών δημιουργημάτων, και η επαναδόμησή τους σε ένα διαφορετικό ποιητικό χωροχρόνο με τη χρήση ενός μεταλλαγμένου πλέγματος σχεσιακών καταστάσεων. Τα χαρακτηριζόμενα ως "Υ" ποιήματα δεν είχαν ένα ενιαίο αναγνωρίσιμο ύφος όπως ο κυβισμός. Ο "Υ" ποιητής χρησιμοποιεί το ασυνείδητο ως εργαλείο, για να φέρει στην επιφάνεια και να αναμείξει την τεράστια αποθήκη των παραστάσεων του νου με το λογικό.
Ας δούμε πως περιγράφει ο Ανδρέας Εμπειρίκος με το δικό του τρόπο τα στοιχεία της "Υ" ποίησης.
[...]Οι εικόνες αυτές κινούνται επικοινωνούν μεταξύ τους και συναγελάζονται[...]
[...]Οι σχέσεις τους δεν προσδιορίζονται από ένα συνειδητό μηχανισμό. Έχουν μια αυτονομία της οποίας η διάρθρωση δεν ρυθμίζεται από μία θεληματική επιβολή αλλά από μία αυτόματη και ασυνείδητη προωθητική ενέργεια που ξεφεύγει από τον έλεγχο της συνειδητής πλευράς της προσωπικότητας, όπως συμβαίνει κατά τας προ της πλήρους εγρηγόρσεως στιγμάς της αφυπνίσεως, κατά τας στιγμάς της μέθης του ύπνου ή ακόμα καλύτερα όπως συμβαίνει στα όνειρα.
Οι εικόνες αυτές μπορούν βέβαια να έχουν ένα λογικό η μη ειρμό, που να αποτελεί τρόπον τινά εν θέμα. Όμως σε αυτό το θέμα δεν αποκλείεται να παρεισφρήσει και κάποιος άλλος ειρμός συσχετίσεως που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ξένο η παρασιτικό στοιχείο, ενώ κατά βάθος είναι σχετικό.
Τούτο δεν συμβαίνει συχνά εις την υπό τον έλεγχο της λογικής διατελούσα ποίηση η τέχνη, συμβαίνει όμως συνεχώς μέσα στα όνειρα και στις φαντασιώσεις μας[...]
..[...] Σε αυτή την παλινδρομική συναλλαγή και αλληλουχία αναπηδούν απίστευτα βεγγαλικά μυριόχρωμα, σαν τα πτερά και τα κοσμήματα του Μοντεζούμα η ενός ηγέτου άλλης φυλής[...]
και ο Paul Elyar συνεχίζει.
[...] Σε μία συνείδηση τέλεια τα στοιχεία που η αυτόματη γραφή αντλεί από τον εσωτερικό κόσμο και τα στοιχεία του εξωτερικού κόσμου ισορροπούν.
Όντας πια ισότιμα, συμπλέκονται αναμεταξύ τους για να σχηματίσουν την ποιητική ενότητα [...]
Η Μαντώ Αραβαντινού δίνει έμπρακτα το δικό της "Υ" στίγμα στο μικρό απόσπασμα της "Γραφής Β`" που ακολουθεί:

Πλανώμαι στους δρόμους του Νότου.
Καλύπτω την εξωτερική επιφάνεια αντικειμένων εν γένει:
Στιλπνή, ομαλή στίλβουσα, γνωρίζω την επιφάνεια αντικειμένων
στην αβέβαιη πορεία του Νότου.

Υπεσχέθην την καταγραφή συμφωνιών εγχαράκτων στο εσωτερικό
των αντικειμένων την μεταγραφή των πλαγιών του ονείρου
στο σχέδιο της μνήμης.
Την καταγραφή των αντικειμένων εντός μου.

πλανώμαι στους δρόμους του Νότου
Συγκεκριμένη πρωία Μαΐου. Στις αιχμές των Νοτιοδυτικών συνοικιών της πόλεως του Νότου, στα πλαίσια ανεκπλήρωτων συμφωνιών εν εκκρεμότητι.[...]

Οι εκπρόσωποι του "Υ" κινήματος γρήγορα προσχώρησαν στο Κομουνιστικό Κόμμα Γαλλίας επειδή εκπροσωπούσε με επάρκεια την "Επαναστατικότητά" τους.
Είναι επίσης γνωστές οι σχέσεις τους με την Αναρχία, το Μηδενισμό, και τον Τροτσκισμό.
Οι πρώτες διακηρύξεις τους μιλούσαν για "Γνήσιο ψυχικό αυτοματισμό με τον οποίο εκφράζει κανείς είτε γραπτά είτε προφορικά την αληθινή λειτουργία της σκέψης."
Η διακήρυξη της 27 Νοέμβρίου 1925 μεταξύ άλλων έλεγε:

  1. Δεν έχουμε να κάνουμε με την λογοτεχνία αλλά στην ανάγκη θα         την χρησιμοποιήσουμε.
  2. Ο "Υ" δεν είναι ένα νέο μέσο έκφρασης είναι μέσο για την                    καθολική απελευθέρωση του πνεύματος.
  3. Έχουμε πάρει αποφάσεις να κάνουμε επανάσταση και ο "Υ" πλάι       στην θέση Επανάσταση απλά δείχνει τον ανυστερόβουλο                     χαρακτήρα αυτής της επανάστασης.
  4.  Προειδοποιούμε επίσημα την κοινωνία από δω και μπρος να               προσέχει πού πατάει. Ούτε ένα στραβοπάτημα της σκέψης της             δεν θα μας ξεφύγει.
  5.  Η εξέγερση είναι η ειδικότητα μας
  6.  Ο "Υ" δεν είναι μία μορφή ποίησης, είναι η κραυγή του                          πνεύματος που επιστρέφει στον εαυτό του με την αμετάκλητη               απόφαση να συντρίψει μέχρις εσχάτων όλα τα εμπόδια.

Η σημειολογία του μανιφέστου αυτού εύκολα παραπέμπει περισσότερο σε μία εσωτερική οργή, μία διαμαρτυρία εντονότατη εναντίον των θεσμών, του καθώς- έτσι - πρέπει - σμου, status quo, και modus vivendi της αστικής τάξης της Γαλλίας του μεσοπολέμου, παρά στην ίδρυση μιας νέας σχολής ποίησης. Ο "Υ" ουσιαστικά ιδρύθηκε ως επαναστατικό κίνημα από άτομα που μ` αυτό τον τρόπο εξέφραζαν την αντίδρασή τους στα κρατούντα (που ήδη είχαν οδηγήσει την ανθρωπότητα στον Α` Παγκόσμιο Πόλεμο).
Πράγματι η μετέπειτα ιστορία του κινήματος δεν είναι παρά μία ιστορία έρωτος και πολέμου των πρωταγωνιστών του με το Κ.Κ.Γ, με συνέπεια μία σειρά προσχωρήσεων και αποχωρήσεων από αυτό.
Ταυτόχρονα βέβαια το Κόμμα προσπάθησε να επιβάλλει περιορισμούς στην δράση των "Υ" για να τους αναγκάσει να ακολουθήσουν την εκάστοτε πολιτική γραμμή και ελάχιστα ενδιαφερόταν για την ποίηση.
Η αντιμετώπισή τους από την αριστερή κριτική πέρασε από την επιδοκιμασία στον χλευασμό ανάλογα με τη λογική της πιο πάνω διαλεκτικής.
Στην άλλη όχθη οι συντηρητικοί πολιτικοί, όπως θα περίμενε  κανείς άλλωστε, τους επιφύλαξαν χειρότερη μεταχείριση.
Μετά την ρήξη με το Κ.Κ ο Μπέμζαμιν Περέ γράφει το 1965 στην "Ατιμία των ποιητών" για τον ρόλο του "Υ" ποιητή:
«Είναι αυτός που ασταμάτητα πρέπει να πολεμά τους θεούς που παραλύουνε τον άνθρωπο, που λυσσασμένα τον κρατάνε σκλάβο στις δύο αλληλοσυμπληρούμενες δυνάμεις, την κοινωνική εξουσία και την θρησκεία. Θα` ναι λοιπόν επαναστάτης, μα όχι ταγμένος πλάι σ` εκείνους που αντιμάχονται το σημερινό τύραννο και τον θεωρούν ολέθριο γιατί δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους, αλλά  εξυμνούν τις αρετές του αυριανού και γίναν κι όλας δούλοι του».
Η δράση του κινήματος γινόταν συνήθως γνωστή με την διοργάνωση διαφόρων happenings που είχαν το χαρακτήρα πρόκλησης και διακρίνονταν για την κακογουστιά τους.
Αυτό είχε ως συνέπεια να δυσκολέψει αντί να διευκολύνει την ήδη δύσκολη επικοινωνία και αποδοχή από το κοινωνικό σύνολο.
Η σχέση των "Υ" με τον Φρόιντ ήταν περίεργη. Επειδή οι "Υ" χρησιμοποίησαν τον απελευθερωτικό ψυχικό αυτοματισμό και τα όνειρα στους πειραματισμούς τους, θεωρούσαν τον Φρόιντ κάτι σαν θεϊκό καθοδηγητή. Αυτός όμως στάθηκε πάντοτε σε ασφαλή απόσταση από το κίνημα επειδή πίστευε ότι αυτές οι πρακτικές ήταν επικίνδυνες.
Παρά το γεγονός ότι η πρώιμη συγγραφική δουλειά του Νίτσε ήταν πολύ κοντύτερα στον "Υ" (επειδή θεωρούσε ότι η σημασία του ονείρου ήταν μεγαλύτερη από την κατάσταση της εγρήγορσης), ποτέ δεν υπήρξε προσέγγιση μεταξύ τους κυρίως εξ` αιτίας της αντιπάθειας που έτρεφε ο Μπρετόν προς αυτόν.
Με την πάροδο του χρόνου οι πρώτες διακηρύξεις που ευνοούσαν τη μέθοδο της αυτόματης γραφής αποκηρύχθηκαν ή πέρασαν στο περιθώριο, ενώ τα πειράματα ταυτόχρονης συγγραφής ποιημάτων από πολλούς ποιητές, οι υπνωτιστικές συνεδρίες και οι μεταψυχικές έρευνες εγκαταλείφθηκαν.
Μετά τον Β` Παγκόσμιο Πόλεμο οι "Υ" άρχισαν να χρησιμοποιούν όλο και περισσότερο παραδοσιακές τεχνοτροπίες και δομές όπως π.χ την ομοιοκαταληξία.

Ο μελετητής που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με το μανιφέστο του Μπρετόν για τον "Υ", εντυπωσιάζεται από τα πολλά κοινά στοιχεία του με αυτό που ο δυτικός άνθρωπος αποκαλεί ανατολική σκέψη και φιλοσοφία.
Παρ` όλο που αρχικά η προσπάθεια σύνδεσης αυτών των δύο ανόμοιων πραγμάτων φαίνεται τουλάχιστον περίεργη, εν τούτοις δεν είναι χωρίς αντικείμενο, επειδή συσχετίζει τον φαινομενικά παράλογο και ασύνδετο τρόπο σκέψης των "Υ" καθώς και την διακήρυξη για την καθολική απελευθέρωση του πνεύματος, με την "υπέρτατη πραγματικότητα" όπως αυτή αναδύεται μέσα από τις άπειρες εκφάνσεις της ανατολικής σκέψης.
Υπάρχουν στοιχεία που συνδέουν τους πρωταγωνιστές του κινήματος με την ανατολική φιλοσοφία που ίσως τελικά επιρρέασε τόσο την ιδεολογική βάση του "Υ", όσο και την προκύπτουσα από την ιδεολογία αυτή παραγωγή ποίησης, και στάση ζωής.

Τα συμπεράσματα πού εύκολα εξάγονται από τα παραπάνω είναι:
1.   Η αξιολόγηση του κοινωνικού και πολιτικού αντίκτυπου των "Υ"          κρίνεται πενιχρά.
2.  Υπάρχει ανακολουθία μεταξύ των διακηρύξεων και της πολιτείας          των "Υ". Π.χ. η διακήρυξη του Μπρετόν περί καθολικής                          απελευθέρωσης του πνεύματος (κι όλων των συναφών με αυτό)          δεν συμβιβάζεται με την σχεδόν καθολική προσχώρηση των                μελών του κινήματος στο Κ.Κ.Γ., δηλαδή την υποταγή του σε ένα         υποσύνολο ιδεών.
  3.  Γενικά το κίνημα των "Υ" δεν αντιμετωπίστηκε με σοβαρό τρόπο         ούτε από τον ιδρυτικό του πυρήνα ούτε από τους κριτικούς οι                οποίοι προσκολλημένοι σε εδραιωμένα εκφραστικά μέσα, σε               ιδεολογίες, σε ιδρύματα προσκείμενα στο κατεστημένο και σε               εκδότες που ακολουθούσαν παραδοσιακή γραμμή δεν                           αντελήφθησαν το πνεύμα της απελευθέρωσης που έφερε η "Υ"           γραφή.

Η ελευθερία όμως δεν έχει να κάνει με την ευχέρεια επιλογής και προσχώρησης στην μια η στην άλλη ιδεολογία η παράταξη, ούτε με την δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης, αλλά με την απελευθέρωση από όλες τις καταδυναστεύσεις που προβάλλει η ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος και η εμπειρία των αισθήσεων στην νοητική διαδικασία.
Οι στοχαστές που έζησαν στην Ανατολή από πολύ νωρίς είχαν  ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της συνηθισμένης γραμμικής σκέψης της τόσο οικείας στον δυτικό άνθρωπο.

Η τεχνική της απελευθέρωσης της σκέψης ώστε να λειτουργήσει αυθόρμητα από μόνη της περιγράφεται από τον Κινέζο στοχαστή Λιέ Τσού ήδη από το 395 π.χ όταν ήταν μαθητής του Λάο Σανγκ.
«Δεν γνώριζα πια τίποτα ούτε για κέρδη ούτε για ζημιές, ούτε για το σωστό ούτε για το λάθος.
Δεν υπήρχε καμία διάκριση ανάμεσα στο μάτι και στο αυτί, μεταξύ του αφτιού και της μύτης, της μύτης και του στόματος. Όλα ήταν το ίδιο.»
Είναι μία κατάσταση όπου ο νους λειτουργεί ελεύθερα χωρίς την ύπαρξη ενός δεύτερου νου που τον καταδυναστεύει.
Ταυτόχρονα το άτομο χάνει την αίσθηση της ανεξαρτησίας του από τον χώρο, ενώνεται με αυτόν, ενώ ο χρόνος ουσιαστικά σταματάει.
Στον Ινδουισμό, "Μόκσα" είναι η απελευθέρωση από τον υποκειμενικό κόσμο των αισθήσεων με τα χίλια πρόσωπα, τη μάσκα που επικαλύπτει την υπέρτατη αλήθεια του Βράχμαν, τη "Μάγια".
"Μάγια είναι η ταξινόμηση με την ευρύτερη έννοια, και προέρχεται από την Σανσκριτική ρίζα "Ματρ" που σημαίνει μετρώ σχεδιάζω. Από τη ρίζα αυτή προέρχονται ελληνικές λέξεις όπως μέτρο, μήτρα, αλλά και  λατινικές όπως material και matter. Η βασική διαδικασία της μέτρησης είναι η διαίρεση, πράγμα που κάνουμε όταν χαράσσουμε μία γραμμή ή σχεδιάζουμε ένα κύκλο διαχωρίζοντας το εσωτερικό του από την επιφάνεια που βρίσκεται έξω από την περιφέρειά του, αλλά και όταν διαχωρίζουμε υγρά με μετρικά δοχεία.
Με την επέκταση της έννοιας της καταμέτρησης μπορούμε να συμπεριλάβουμε την περιγραφική ταξινόμηση η και την επιλεκτική απεικόνιση.
Επομένως η Μάγια θα μπορούσε να εκληφθεί ως η προσπάθεια ερμηνείας των φαινομένων με τη χρήση όλων των παραπάνω εννοιών.
Κάθε γεγονός συνοδεύεται πάντα και από ένα άλλο (τουλάχιστον), γιατί οποιοδήποτε σώμα είναι αδιαχώριστο από το σύμπαν.
Έτσι γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι είναι αδύνατο να απομονώσουμε ένα γεγονός.
Η θεωρεία της Μάγια είναι μία σχετικιστική θεωρεία που λέει ότι τα πράγματα, τα δεδομένα και τα γεγονότα περιγράφονται όχι από την φύση αλλά από τα ανθρώπινα υποκειμενικά μέσα περιγραφής.
Η μορφή είναι Μάγια όταν ο νους προσπαθεί να την εξηγήσει και να την ελέγξει, εντάσσοντας την σε καθορισμένες κατηγορίες σκέψης με την χρήση ονομάτων και λέξεων, δηλαδή ουσιαστικών και ρημάτων.
Το πρόβλημα είναι ότι ο άνθρωπος συγχέει τα μέτρα του με τον κόσμο που μετράει, δηλαδή τη σταθερή σύμβαση με τη ρέουσα πραγματικότητα.
Περιληπτικά λοιπόν, η θεωρεία της Μάγια υπογραμμίζει ότι είναι αδύνατη η σύλληψη του κόσμου από το δίχτυ των λέξεων και των ιδεών του νου και ότι οι μορφές που άδικα παλεύει να προσδιορίσει είναι ρευστές.
Ο βουδιστής φιλόσοφος Ναγκαρτζούνα με τον όρο κενότητα περιγράφει τις αντιλήψεις περί πραγματικότητας όπως διαμορφώνονται από τον ανθρώπινο νου.
Σ` αυτές τις αντιλήψεις περιλαμβάνονται τα ιδανικά, οι πολιτικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις, ακόμα και οι απώτερες ελπίδες.
Η διαλεκτική του συντρίβει κάθε αντίληψη περί πραγματικότητας και τελικά οδηγεί στην απελευθέρωση από κάθε είδους σύμβαση.
Με αυτή την έννοια, όπως ο ήχος της λέξης γη δεν είναι η γη, και αυτή η ίδια η λέξη γη δεν είναι η γη, έτσι και ο κόσμος των κατατάξεων δεν  είναι ο πραγματικός κόσμος, αλλά ένα προϊόν του νου.
Η βουδιστική σχολή "Γιογκακάρα" έχει ως κύριο δόγμα το "mind Only" -  μόνο νους.
Η πρόταση αυτής της σχολής είναι ότι το σύνολο της εμπειρίας εξαρτάται από τον νου μας, δηλαδή λέει ότι ο μοναδικός τρόπος για να γνωρίσουμε η να αποκτήσουμε την εμπειρία των πραγμάτων είναι ο νους. Ακόμα και η εμπειρία των αισθήσεων γίνεται αντιληπτή μέσω του νου.
Επομένως κάθε στοιχείο της αντίληψής μας είναι ουσιαστικά μέρος της διανοητικής διεργασίας, άρα τίποτα δεν είναι δυνατό να είναι ριζικά διαφορετικό από το νου.
Εάν διέφεραν ριζικά το ένα από το άλλο θα ήταν γνωσιολογικά απρόσιτα μεταξύ τους. Επομένως δεν υπάρχει δυαδικότητα υποκειμένου αντικειμένου αλλά μόνο νους.
Έτσι η αυτονομία των αντικειμένων - ιδεών εξαφανίζεται ουσιαστικά επειδή είναι αδύνατος ο διαχωρισμός τους.
Η βουδιστική σχολή ζεν διδάσκει ότι δεν υπάρχει άλλος χρόνος πέρα από αυτή τη στιγμή, μια και το παρελθόν έχει παρέλθει και το μέλλον δεν έχει έλθει ακόμα.
Άλλωστε για τα έμβια όντα ο χρόνος δεν είναι παρά η υποκειμενική αίσθηση υστέρησης μεταξύ δύο διακριτών συμβάντων, ή αλλιώς η υποκειμενική αίσθηση υστέρησης μεταξύ δύο διαδοχικών "φωτογραφιών" του συνόλου των καταστάσεων του σύμπαντος. Ας δούμε λοιπόν την κοσμοαντίληψη αυτών των μοναχών όπως προκύπτει μέσα από την ποίηση τους:

Καμήλα
Καμπούρες της καμήλας
Μεταλλαγμένες σε σύννεφα.

Τόση μοναξιά αποκεφαλίζει.
Τα χέρια μου απλώνονται

Πέρα από βουνοκορφές
Φλόγα στην έρημο.
                                    
                                                  Takahashi.

Υπέροχο υπέροχο
Κανείς δεν γνωρίζει την καταληκτική λέξη.
Στις φλόγες η κήτη του ωκεανού.
Από το κενό ξεπηδούν ξύλινα αρνιά.

                                                   Fumon 1302 - 69

Ανθίζει το σιδερένιο δένδρο
Η ξυλόκοτα γεννάει ένα αυγό
Ξεπερασμένα εβδομήντα, κόβω
Τα σχοινιά της χειράμαξας.
     
                                         Wakuan-Shitai (1108 - 69)

Διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η Ανατολική σκέψη απελευθερώνει από τις συμβάσεις της γλώσσας, των πλασματικών αξιών και του χωροχρόνου.
Κατά την εξάσκηση της Γιόγκα οι προτάσεις του ασυνείδητου έρχονται στην επιφάνεια και συνδιαλέγονται με το λογικό με αποτέλεσμα ο απελευθερωμένος άνθρωπος να μετασχηματίζεται σε υπερρεαλιστικό πρότυπο.
Κάτω από το φως αυτών των δεδομένων η διαπίστωση της κριτικής ότι το κίνημα κρατήθηκε στο περιθώριο εξ` αιτίας της απομάκρυνσης των περισσότερων "Υ" ποιητών από τους προγόνους, την ιστορία και τις παραδόσεις του τόπου θα μπορούσε μάλλον να εκληφθεί ως προσπάθεια χειραγώγησης του από τους εκπρόσωπους του κυρίαρχου τρόπου σκέψης.
Είναι ποτέ δυνατό να απαιτεί κανείς από ένα κίνημα που έχει ως λάβαρο την ελευθερία της σκέψης να αυτοαναιρείται εμπνεόμενο από την προγονολατρεία και όλα τα συναφή για να αποχτήσει ευρύτερο κοινό; (υπάρχουν ασφαλώς και οι ευτυχείς εξαιρέσεις: βλ. π.χ. Εγγονόπουλος)
Η ποίηση είναι ένα επικοινωνιακό αγαθό με αποστολέα τον δημιουργό και άγνωστους αποδέχτες.
Ο δημιουργός κωδικοποιεί το έργο του με ένα αισθητικό πρωτόκολλο επικοινωνίας ενώ ο αναγνώστης το αποκωδικοποιεί με ένα διαφορετικό. Το αποτέλεσμα της επικοινωνίας θα κριθεί τελικά μόνο από την χημεία αυτών των δύο πρωτοκόλλων και όχι από την άποψη της κριτικής για το τι θα έπρεπε να περιλαμβάνει το "μήνυμα".
Οι δημιουργοί πρέπει να επιλέγουν ανεπηρέαστοι τα εκφραστικά τους μέσα και αδέσμευτοι από περιορισμούς, καταναγκασμούς και αρνήσεις να προχωρούν στα μοναχικά τους μονοπάτια. Άλλωστε, όπως απέδειξε η ιστορία, οι όροι με τους οποίους ανέκαθεν σκέφτονταν οι "ειδικοί" δεν ήταν διαφορετικοί από αυτούς του περιβάλλοντός αστικού τους χώρου (το μόνο που τους διαφοροποιούσε ήταν η εξεζητημένη ορολογία).
Ας παραδειγματιστούμε λοιπόν από τον Ανδρίο ποιητή Αναστάσιο Λεβίδη που κλείνει το παρόν με μία προτροπή:

Όταν χτίζεσαι και χτίζεις
Να` σαι πάντα ανοιχτός
Να δουλεύει μέσα σου ο αγέρας
Να κρατάς ελεύθερους
τους δρόμους της φυγής.